Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

"Ζητήματα αρχαιολογικής πολιτικήςς της Κρητικής Πολιτείας "


Αντώνιος Βασιλάκης
Σήμερα, Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013, στις 6 το απόγεμα θα μιλήσω στο συνέδριο για τα "100 Χρόνια από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα". Το θεμα της ομιλίας μου ειναι: "Ζητήματα αρχαιολογικής πολιτικήςς της Κρητικής Πολιτείας - Τα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Επιτροπείας 1902-1913"!
Αντώνιος Βασιλάκης
"Ζητήματα αρχαιολογικής πολιτικής της Κρητικής Πολιτείας:
Η Αρχαιολογική Επιτροπεία τα έτη 1902-1912".

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ, ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
24-1-2013.

Η υπηρεσία προστασίας των αρχαιοτήτων της Κρητικής Πολιτείας ιδρύθηκε με απόφαση της Κρητικής Συνέλευσης το Φεβρουάριο 1899, ύστερα από πρόταση του μέλους της αρχαιολόγου Στεφάνου Ξανθουδίδου. Στην πρόταση αναφέρεται «…όπως γίνη σύστασις εις την μέλλουσαν Κυβέρνησιν ίνα ο υπό του άρθρου 20 προβλεπόμενος ειδικός νόμος περί αρχαιολογικών θησαυρών θεωρηθεί κατεπείγων και συνταχθεί ως τάχιστα. Εν τω μεταξύ να μη παραχωρώνται άδειαι ανασκαφών εις ουδένα και η επίβλεψις των αρχαιολογικών εργασιών να γίνεται υπό αρχών διοριζομένων υπό της Κρητικής Πολιτείας».
Στο άρθρο 5 του με αριθμό 27 Διατάγματος «Περί Συμβουλίου του Ηγεμόνος», τον Απρίλιο 1899, ορίζεται ότι η φροντίδα για την αποκάλυψη και διατήρηση αρχαιολογικών θησαυρών και τη σύσταση μουσείων υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ανωτέρας Διευθύνσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Θρησκευμάτων & Δικαιοσύνης. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου εκδόθηκε το Διάταγμα με αριθμό 24 «Περί Αρχαιοτήτων», που αποτέλεσε τον πρώτο Αρχαιολογικό Νόμο της Κρητικής Πολιτείας, και αμέσως μετα διορίστηκαν οι 2 Έφοροι Αρχαιοτήτων. Το Διάταγμα τροποποιήθηκε με το Νόμο 189/Ιούλιος 1900, και τον Αύγουστο 1901 εκδόθηκε ο Νόμος 430 «Περί Αρχαιοτήτων», που συμπληρώθηκε αργότερα στις διατάξεις για την εξαγωγή αρχαιοτήτων.
Οι κυρίες διατάξεις του αρχαιολογικού νόμου αφορούσαν την έννοια του αρχαίου, τις άδειες για διενέργεια ανασκαφών από τους ξένους ανασκαφείς, την παραχώρηση αρχαίων στους ανασκαφείς προς εξαγωγή στο εξωτερικό και την εκτίμηση αρχαίων για αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 430, «αρχαία λογίζονται πάντα ανεξαιρέτως τα έργα της Αρχιτεκτονικής, Γλυπτικής, Γραφικής ή οιασδήποτε εν γένει τέχνης από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της καταλήψεως της Κρήτης υπό των Ενετών». Επιπλέον, ο Νόμος προστάτευε και τα «κατά την κρίσιν του αρμοδίου Εφόρου ή της Αρχαιολογικής Επιτροπής ιστορικήν ή καλλιτεχνικήν αξίαν έχοντα κινητά τε και ακίνητα μνημεία τέχνης από της καταλήψεως της Κρήτης υπό των Ενετών, μέχρι της απελευθερώσεως αυτής. Ωσαύτως υπάγονται εις τας διατάξεις του Νόμου τούτου και σκελετοί ανθρώπων και ζώων εκ των παλαιών χρόνων προερχόμενοι και παλαιοντολογικά ευρήματα».
Στο Κεφάλαιον Η΄ του Νόμου 430 «Περί Αρχαιοτήτων» προβλεπόταν ένα συλλογικό δευτεροβάθμιο επιστημονικό όργανο, η Αρχαιολογική Επιτροπεία, με αρμοδιότητα τη γνωμοδότηση σε ζητήματα αρχαιολογικής πολιτικής. Σ’ αυτήν μετείχαν οι δυο Έφοροι Αρχαιοτήτων και ένας έως τρεις Επιμελητές των Μουσείων Ηρακλείου, Χανίων και Ρεθυμνου, που είχαν εν τω μεταξύ ιδρυθεί. Πρόεδρος της ήταν ο Έφορος Αρχαιοτήτων και Διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου. Συνεδρίαζε ύστερα από έγγραφη παραγγελία του Συμβούλου της Ανωτέρας Διευθύνσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Θρησκευμάτων και Δικαιοσύνης, στην οποία αναφερόταν τα θέματα της συνεδρίασης και επισυνάπτονταν η αίτηση του αιτούντος και η γνωμοδότηση του αρμόδιου Εφόρου, που ήταν και ο κατά περίπτωση εισηγητής.
Τα πιο σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπισε η Αρχαιολογική Επιτροπεία ήταν: Α. Άδειες ανασκαφών, ανανέωση αδειών και επέκταση αδειών σε ξένους αρχαιολόγους. Β. Εκτίμηση της αξίας αρχαίων και οι αμοιβές για αγορά, ανεύρεση, υπόδειξη και παράδοση αρχαίων. Γ. Ανταλλαγή αρχαίων με ξένα μουσεία. Δ. Αιτήματα εξαγωγής αρχαίων στο εξωτερικό από τους ξένους ανασκαφείς και Ε. Χρονολόγηση, εκτίμηση και διατήρηση ή όχι των μεσαιωνικών και νεότερων μνημείων.
Η παρούσα εισήγηση φιλοδοξεί να αποτελέσει συμβολή στην ιστορία της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην Κρήτη στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης και λειτουργίας της. Παρουσιάζονται τα πρακτικά της Αρχαιολογικής Επιτροπείας όπως έχουν καταγραφεί σε ανέκδοτο δεμένο τετράδιο που φυλάσσεται στο αρχείο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ηρακλείου. Τα Πρακτικά καλύπτουν την περίοδο από 7 Απριλίου 1902 μεχρι 13 Δεκεμβρίου 1913, δηλαδή δώδεκα χρόνια παρά τρεις μήνες. Τo χειρόγραφο τετράδιο είναι η αφορμή για την παρούσα εισήγηση. Ο τίτλος στην ετικέτα είναι «Πρακτικά Αρχαιολογικής Επιτροπείας (Κεφάλαιον Η΄ του νόμου 430)» και έχει επισημείωση με μικρότερα γράμματα: στο κάτω αριστερό της ετικέτας «1902-1913». Περιέχει συνολικά 68 σελίδες 0,27Χ0,22 χωρίς περιθώρια. Οι γραμμένες σελίδες είναι 45. Τα κείμενα έχουν γραφτεί από τον Στέφανο Ξανθουδίδη με ελαφρά ξεθωριασμένη μαύρη μελάνη πάνω σε υποκίτρινο χαρτί. Επειδή σύντομα θα εκδώσουμε σχολιασμένα τα Πρακτικά, στην εισήγηση αυτή παρουσιάζουμε όσα μας πληροφορούν για την αρχαιολογική πολιτική της Κρητικής Πολιτείας.

Α. Άδειες ανασκαφών, ανανέωση, επέκταση αδειών σε ξένους αρχαιολόγους.

Το Πρακτικό αρ 30//28 Δεκεμβρίου 1912 δυο θέματα αναφέρονται σε άδειες ανασκαφών και τη διάρκεια τους. Το πρώτο θέμα ήταν η αίτηση του Φρειδερίκου Άλμπερ εν μέρους της Ιταλικής αρχαιολογικής Σχολής για άδεια ανασκαφής στην αρχαία πόλη Λύκτο. Οι γνώμες της Επιτροπείας διχάστηκαν: ο πρόεδρος συμφώνησε να δοθεί η άδεια, τα άλλα μέλη (Ξανθουδίδης (Έφορος Χανίων), Πετρουλάκις (επιμελητής Ρεθύμνου) και Βουρδουμπάκις (επιμελητής Ηρακλείου) διατύπωσαν τη γνώμη ότι: «η Λύκτος είναι εν εκ των κυριωτέρων αρχαιολογικών κέντρων της Κρήτης, ευρισκόμεθα δε εις ημέρας μεταβατικής εποχής και περιμένεται σύντομος η μεταβολή της πολιτικής καταστάσεως της νήσου και κατ’ ακολουθίαν και της διαχειρίσεως των αρχαιολογικών ζητημάτων αυτής, δεν επιθυμούσι δε να θεωρηθώσιν ότι έσπευσαν να δεσμεύσωσι τας αποφάσεις της μελλούσης να αναλάβη την λειτουργίαν των αρχαιολογικών πραγμάτων της νήσου υπηρεσίας, πείθονται δε και εκ της εκκρεμούς υπηρεσίας της εν Κρήτη Ιταλικής Αρχαιολογικής Αποστολής, ότι δεν πρόκειται περί επειγούσης ανασκαφής, δια ταύτα θεωρούσι καλόν να αναβληθή η περί τούτου κρίσις. Να σημειωθή μόνον ότι πρώτη εκ των ξένων αρχαιολόγων η Ιταλική Αποστολή εζήτησεν άδειαν ανασκαφης εν Λυκτω».
Το τρίτο θέμα στην ίδια συνεδρία ήταν το χρονικό διάστημα στο οποίο δικαιούνται αυτοί που τους παραχωρείται άδεια να ενεργούν δοκιμαστική ανασκαφή. Μέχρι τότε (1912) δεν είχε παρουσιαστεί κανένα πρόσκομμα: στην αρχή όλες οι ανασκαφές θεωρούνται δοκιμαστικές και οι ιδιοκτήτες αποζημιώνονται για τη στέρηση της επικαρπίας του κτήματος των. Αφού όμως παρουσιαστεί κάποιο σπουδαίο οικοδόμημα ή άλλο μνημείο που πρέπει να μείνει ανοικτό, τότε γίνεται απαλλοτρίωση του μέρους του αγρού, και ο ανασκαφέας καταβάλλει το αντίτιμο, ενώ το μνημείο και το απαλλοτριωθέν μέρος του αγρού περιέρχεται στην κατοχή του δημοσίου. Δηλώνει ότι διστάζει να νεωτερίσει σήμερα (1912) στο σημείο αυτό και επαφίει το διακανονισμό του ζητήματος στη μελλοντική αρχαιολογική υπηρεσία.
Το πρακτικό αριθ. 31/23 Απριλίου 1913 έχει θέμα την αίτηση του Έβανς ως αντιπρόσωπου της εν Λονδίνω Εταιρείας των Ελληνικών Σπουδών για ανανέωση της άδειας ανασκαφών στην Κνωσό και γύρω από αυτήν καθώς και τη χορήγηση άδειας ανασκαφής στα Ισόπατα, τη Δία, το Παξιμάδι και τον λιμένα της Κνωσού. Η Επιτροπεία αποφάσισε ότι για το ανάκτορο και την περιοχή Κνωσού, στην οποία περιλαμβάνονται και τα Ισόπατα, όπου ο Έβανς και οι άλλοι βρετανοί αρχαιολόγοι ανασκάπτουν από το 1900, η άδεια ανανεώσεως της ανασκαφής μπορεί να χορηγηθεί. Για τον λιμένα Κνωσού, τη Δία και το Παξιμάδι ο Εβανς ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια δοκιμαστικής έρευνας και ανασκαφής, και αν πειστεί από τα αποτελέσματα, επιφυλάσσεται να ζητήσει κανονική άδεια οριστικής ανασκαφής. Η επιτροπεία αποφάσισε να του χορηγηθεί η άδεια δοκιμαστικής ανασκαφής.

Β. Εκτίμηση αξίας των αρχαίων και αμοιβές για αγορά, ανεύρεση, υπόδειξη και παράδοση αρχαίων.

Το Πρακτικό αριθ. 1/7 Απριλίου 1902 έχει θέμα την εκτίμηση της αξίας μαρμάρινου αγάλματος από την Έλυρο στην κατοχή του Νικ. Πρωτοπαπαδάκης.
Στην παραγγελία της Ανώτερης Διεύθυνσης Παιδείας και Δικαιοσύνης συνάπτεται η έκθεση του αρμόδιου Εφόρου. Η εκτίμηση της αξίας του αγάλματος αυτού θα απασχολήσει την Επιτροπεία και στη συνεδρία αριθ. 3. Πρόκειται τον περίφημο «φιλόσοφο» της Ελύρου, ισχυρής πόλης στη νοτιοδυτική Κρήτη, που εκτίθεται στο Μουσείο Χανίων. Ο παπά Νικόλαος Πρωτοπαπαδάκης το ανακάλυψε τυχαία κάποια χρόνια πριν από το 1900 και το ξανάθαψε για να μην το μεταφέρουν αλλού. Η ανακάλυψη έγινε γνωστή και αναγκάστηκαν να το μεταφέρουν στο χωριό Μονή και ο παπάς αναφέρθηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία Χανίων. Το 1902 το άγαλμα ήταν στην κατοχή του παπά και η αξία του ορίστηκε στο υπερβολικό για την εποχή ποσό των 1100 δραχμών.
Στο Πρακτικό αριθ. 3/28 Αυγούστου 1903 υπάρχει διευκρίνιση για την εκτίμηση του αγάλματος του παπά Ν. Πρωτοπαπαδάκη και την αμοιβή του. Ο παπάς διαμαρτυρήθηκε, γιατί ο Νομικός Σύμβουλος γνωμοδότησε να του δοθεί ως αμοιβή μόνο το 1/3 της αξίας του αγάλματος. Το άρθρο 37 του αρχαιολογικού νόμου προβλέπει ότι η αμοιβή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ¼ και μεγαλύτερη από το ½ της αξίας του αρχαίου. Η επιτροπή ανέθεσε στον Πρόεδρο να απαντήσει στον παπά ότι «όταν εγένετο η εκτίμησις του αγάλματος πάντα τα αποτελέσαντα αυτήν μέλη είχον υπ’ όψει ότι θα εδίδετο ολόκληρον το ποσόν εις τον ιδιοκτήτην και ουχί μόνον το εν τρίτον, αλλ’ υπό τοιούτον πνεύμα έγραψεν ήδη από τότε εις την Ανωτέραν Διεύθυνσιν, και κατά ακολουθίαν ουδέν έτερον έχει να πράξη». Η γνωμοδότηση αυτή του Νομικού Συμβούλου έγινε νομολογία που εφαρμόστηκε και σε άλλες περιπτώσεις.
Το Πρακτικό αριθ. 2/7 Νοεμβρίου 1902 έχει θέμα την εκτίμηση δυο αρχαίων μαρμάρινων αγαλμάτων από τη Γόρτυνα στην κατοχή του Παναγιώτη Κουριδάκη και άλλων δύο στην κατοχή του Νικολάου Γκιαουράκη.
Τα μαρμάρινα αγάλματα του Γκιαουρακη που αναφέρονται στο Πρακτικό βρέθηκαν στη Γόρτυνα και εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Ηρακλείου. Είναι μικρά αγάλματα του θεού Πάνα και της Αφροδίτης που κρατάει λεκάνη. Και τα δυο μετακομίσθηκαν στο Ηράκλειο. Τα αγάλματα του Κουριδάκη είναι υπερφυσικού μεγέθους ανδριάντες ρωμαίων αυτοκρατόρων. Αποφασίστηκε να αγοραστούν όταν θα χτιστεί το φυλακείον Γόρτυνος, για να φυλαχτουν σε αυτό. Το φυλακείον χτίσθηκε ύστερα από λίγα χρόνια (1908) στο δυτικό άκρο του οικισμού, κοντά στους λεγόμενους «τάφους των Αγίων Δέκα».

Το Πρακτικό αριθ. 18/26 Ιανουαρίου 1909 έχει θέμα την εκτίμηση αρχαίων της Τερψιχόρης Ι. Μιτσοτάκη και του Παναγιώτη Κουριδάκη που τα προσφέρουν προς αγοράν εις την Κρητικήν Κυβέρνησιν.
Για την περίπτωση των αρχαίων της Τερψιχόρης Ι. Μιτσοτάκη, χήρας του διαβόητου εκ Χανίων εγκατεστημένου στο Ηράκλειο Ιωάννη Μιτσοτάκη, χρυσοχόου, κατάσκοπου, επίτιμου υποπρόξενου της Ρωσίας, αρχαιοκάπηλου (κατά το χαρακτηρισμό των Στεφάνου Κουμανούδη και Δομίνικου Κομπαρέττι - «φιλοχρήματο άρπαγα» τον αναφέρει), γνωστού και ως «αρχαιοσυλλέκτη». Η Επιτροπεία άκουσε την εισήγηση του προέδρου, στην οποία περιλαμβάνονταν οι αξιώσεις της αιτούσας και οι διαπραγματεύσεις που έγιναν για την πρόσκτηση των αρχαίων από την Κυβέρνηση, και, ύστερα από συζήτηση και σκέψη για την αξία των, που προέρχονταν από αρχαιοκαπηλίες (αν και δεν αναφέρεται), πρότεινε να δοθούν κατ’ ανώτατο όριο χίλιες πεντακόσιες δραχμές.
Για την αίτηση του Κουριδάκη για την αγορά δυο υπερφυσικού μεγέθους αγαλμάτων, η Επιτροπεία γνωμοδότησε να αγοραστούν και να αποθηκευτούν στο νεόδμητο τότε φυλακείον της Γόρτυνας. Φαίνεται ότι αυτά ήταν ήδη γνωστά στην υπηρεσία και είχαν αποτεθεί σε ένα ελαιοτριβείο. Η αξία αγοράς τους εκτιμήθηκε σε χίλιες διακόσιες δραχμές, ποσό που ήταν η απαίτηση του Κουριδάκη. Ανέβαλε όμως την αγορά, λογω οικονομικών δυσχερειών (αφού με τις δυο αυτές αγορές σχεδόν εξαντλήθηκε το κονδύλιο του προϋπολογισμού που προβλεπόταν για την αγορά αρχαίων και για τις ανασκαφές) και αποφάσισε να ζητήσει έκτακτη πίστωση.
Στο Πρακτικό αριθ. 32/12 Σεπτεμβρίου 1913 συζητήθηκε η αίτηση του Κων. Παπαδάκη, κατοίκου Αγίων Δέκα να του δοθεί αμοιβή για την υπόδειξη και δήλωση ύπαρξης αρχαίων στον αγρό του στη θέση «Κοπέλλα» της Γόρτυνας, κατ’ εισήγηση του Εφόρου Ηρακλείου. Επειδή η υπόδειξη αυτή ήταν αιτία να γίνει ανασκαφή από την Ιταλική Σχολή και να ανακαλυφθεί ο ναός των Αιγυπτιακών θεοτήτων, η Επιτροπεία την έκρινε δίκαιη και αποφάσισε να του δοθεί αμοιβή 250 δραχμές.

Γ. Ανταλλαγή αρχαίων με ξένα μουσεία

Το Πρακτικό αριθ. 29/9 Σεπτεμβρίου 1912 έχει θέμα την αίτηση του Μουσείου Κοπενάγης για ανταλλαγή αρχαίων μεταξύ του Μουσείου Κοπενάγης και του εν Ηρακλείω. Η Επιτροπεία έκρινε ομόφωνα επωφελή την ανταλλαγή αυτή, «αφού το Μουσείον Ηρακλείου πρόκειται να λάβει αρχαία της προϊστορικής Βόρειας Ευρώπης μη αντιπροσωπευόμενα στο Μουσείο μας», ενώ θα παραχωρήσει κρητικά αρχαία άχρηστα για τα Κρητικά Μουσεία από αυτά που βρίσκονται στις αποθήκες τους. Για το σκοπό αυτόν συνέταξε κατάλογο μικρής συλλογής κρητικών αρχαίων, τα οποία προτείνει να σταλθούν στο Μουσείο Κοπεγχάγης. Ήταν κυρίως πήλινα αγγεία μινωικά και λίγα λίθινα και χάλκινα αρχαία. Αγνοείται η τύχη της υπόθεσης, αφού από όσα γνωρίζω, στο Κρητικό Μουσείο δεν ήρθαν ποτέ αρχαία από το Μουσείο Κοπεγχάγης.

Δ. Αιτήματα εξαγωγής αρχαίων στο εξωτερικό από ξένους ανασκαφείς.

Το Πρακτικό αριθ. 4/24 Ιουλίου 1904 έχει θέμα την αίτηση του Α. Έβανς για παραχώρηση αρχαίων από τις ανασκαφές της Κνωσού προς εξαγωγή.
Στο σημαντικό κεφάλαιο της εξαγωγής αρχαίων από τη χώρα στο εξωτερικό, ο νόμος 430 ήταν ιδιαίτερα αυστηρός («απαγορεύεται η εις το εξωτερικόν εξαγωγή των τε εν Κρήτη ευρεθέντων αρχαίων και των εκ του εξωτερικού εισαχθέντων»), όπως ήταν αυστηρές και οι ποινές στους παραβάτες («εφαρμογή κατά του παραβάτου και των συνεργών αυτού πασών των ποινικών κατά των λαθρεμπόρων διατάξεων, και απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι 10 χρόνων»). Φαίνεται όμως ότι η πίεση όλων των ανασκαφέων (βρετανών, ιταλών και αμερικανών) για εξαγωγή αρχαίων από την Κρήτη ήταν μεγάλη, γιατί το 1903 τροποποιήθηκε ο νόμος 430 με το νόμο 481, που πρόβλεπε: «Κινητών αρχαίων ευρεθέντων εν ανασκαφαίς εν Κρήτη ή έξωθεν εισαχθέντων επιτρέπεται η εκ της νήσου εξαγωγή μόνον εάν στερώνται ταύτα πάσης επιστημονικής αξίας ή χρησιμότητος δια τα Κρητικά Μουσεία. Περί τούτου αποφαίνεται η Αρχαιολογική Επιτροπεία ητιολογημένως και εν ομοφωνία πάντων των μελών αυτής. Η περί τούτου απόφασις υποβάλλεται προς έγκρισιν εις την Ανωτέραν Διεύθυνσιν επί της Παιδείας»
Σ αυτή τη διάταξη στηρίζεται το αίτημα του Έβανς και των άλλων ανασκαφέων. Οπωσδήποτε η θέσπιση της διάταξης είχε κύριο στόχο να αποτρέψει τη λαθραία εξαγωγή αρχαίων, από τους ανασκαφείς κυρίως. Όμως, πολλά αρχαία έφυγαν παράνομα έξω. Επτά χρόνια μετά το νόμο 481/1903 ο πρεσβευτής στο Λονδίνο Ιωάννης Γεννάδιος σε επιστολή του προς τον Ξανθουδιδη με ημερομηνία 23/6 Οκτωβρίου 1910 γράφει: «Χαίρω ότι εις υμάς είναι ανατεθειμένη η φυλακή και μέριμνα των αρχαιοτήτων της Κρήτης. Γνωρίζετε ότι έχετε να προφυλάττεσθε αγρύπνως από την αρπακτικήν και ακόρεστον διάθεσιν των «κυρίων Ευρωπαίων». Πολλά Κρητικά αρχαία κοσμούσιν ήδη τα εδώ Μουσεία. Ουδείς δ’ εφάνη επ’ εσχάτων φαρμακερώτερος διώκτης και κατήγορος υμών του Ε. Ο νοών νοείτω!» Είναι προφανές ότι Ε. είναι ο Έβανς, ο οποίος όμως 18 χρόνια αργότερα νεκρολόγησε τον Ξανθουδίδη τους Times του Λονδίνου! Ο Έβανς, βεβαίως, αν και γνώριζε άριστα τις διατάξεις του αρχαιολογικού νόμου, είναι υπερβολικός στις απαιτήσεις του! Έτσι ζητάει, ανάμεσα στα άλλα, και αρχαία που είναι μοναδικά και είχαν ήδη παραληφθεί στο Μουσείο Ηρακλείου: οινοχόη με εγχάρακτα θέματα, κομμάτι λίθινου αγγείου, αμφορέα με ζωγραφιστή διακόσμηση, ένα κομμάτι τοιχογραφίας, ένα ανάγλυφο, λίθινα τρίγλυφα, ένα χρυσό περιδέραιο και 18 ενεπίγραφες πινακίδες. Τα παραπάνω, εκτός από το τρίγλυφο, κρίθηκαν ως μη παραχωρητέα, σύμφωνα με το νόμο.
Ιδιαίτερος λόγος θα γίνει για το Πρακτικό αριθ. 19/7 Ιουνίου 1909 με θέμα την αίτηση του Έβανς να του παραχωρηθούν 12 πινακίδες του γραμμικού και 6 του ιδεογραφικού συστήματος, που είχαν ζητηθεί από το 1904, αλλά τότε δεν κρίθηκαν παραχωρητέες. Η Επιτροπεία έλαβε υπόψη ότι στα χρόνια που πέρασαν από τότε ανακαλύφθηκαν πολλές εκατοντάδες πινακίδες στην Κνωσό και στην Αγία Τριάδα, καθώς και ότι από τη μελέτη και την παραβολή τους προέκυψε ότι δεν πρόκειται για κείμενα που έχουν σειρά ούτε ιστορικό περιεχόμενο, αλλά μάλλον είναι κατάλογοι ή αποδείξεις ή λογαριασμοί των ανακτόρων. Επιπρόσθετα εκτίμησαν τη μεγάλη προσφορά του Α. Έβανς και γνωμοδότησαν θετικά για την παραχώρηση.
Επίσης ενδιαφέρον είναι το Πρακτικό αριθ. 24/21 Απριλίου 1910 με θέμα την αίτηση του Άλμπερ, ως Προέδρου της εν Κρήτη Ιταλικής Αρχαιολογικής Αποστολής να του παραχωρηθούν δυο ενεπίγραφες πινακίδες από αυτές που βρήκε στην Αγία Τριάδα. Του εγκρίθηκε η παραχώρηση, με το επιχείρημα ότι δεν αποτελούν σειρά και ότι δικαιούται να του παραχωρηθούν, αφού ήδη είχαν παραχωρήσει τέτοιες πινακίδες στον Έβανς.
Θέμα παραχώρησης αρχαίων στους ανασκαφείς για εξαγωγή έχουν 23 από τα 33 συνολικά πρακτικά: Από το Πρακτικό 5/25 Ιουλίου 1004 μέχρι και το Πρακτικό 17, το Πρακτικό 19, τα Πρακτικά 21-28 και το Πρακτικό 32. Είναι οι ανασκαφείς Α. Evans (Κνωσός), F. Halbherr (Φαιστός, Αγιά Τριάδα), H. Boyd (Βασιλική, Γουρνιά, Καβούσι), D. Hogarth (Κνωσός, Ζάκρος), R. Bosanquet (Παλαίκαστρο), L. Pernier (Φαιστός, Πρινιάς), R. Seager (Βασιλική, Μόχλος, Ψείρα), E. Ηall (Σφουγγαράς, Βρόκαστρο) και E. Reinach. Σε κάποια πρακτικά δεν αναφέρεται η προέλευση των αρχαίων για τα οποία ζητείται η εξαγωγή στο εξωτερικό. Σε όλες τις περιπτώσεις η επιτροπεία αφαιρούσε από τον κατάλογο των αρχαίων όσα έκρινε ότι ήταν μοναδικά και δεν επιτρεπόταν η εξαγωγή τους. Για όσα επέτρεπε την εξαγωγή τους το σκεπτικό ήταν σχεδόν στερεότυπο (με κάποιες παραλλαγές): «ως στερούμενα επιστημονικής ή άλλης χρησιμότητος δια τα Κρητικά Μουσεία». Σε μια άλλη περίπτωση του Εβανς αναφέρει και την αιτιολόγηση: «πειθόμενη ότι ταύτα αντιπροσωπεύονται δια πολλών άλλων και καλυτέρων εν τω Μουσείω.

Ε. Χρονολόγηση, εκτίμηση, διατήρηση μεσαιωνικών και νεότερων μνημείων

Στο Πρακτικό αριθ. 30//28 Δεκεμβρίου 1912 δεύτερο θέμα ήταν η αίτηση του Δήμου Ηρακλείου για την κατεδάφιση της μικρής πύλης του προμαχώνα Αγίου Δημητρίου (Ακ-Τάμπια) για να αποκατασταθεί πλήρης και εύκολη συγκοινωνία με την πόλη. Η Επιτροπεία γνωμοδότησε για την κατεδάφιση της με το αιτιολογικό ότι δεν πρόκειται για μνημείο που έχει κάποια καλλιτεχνική η ιστορική αξία, αφού μετακτίστηκε κατά την Τουρκοκρατία στη θέση παλιότερης πύλης. Ζήτησε από το Δήμο να παραδώσει το Μουσείο την ενετική επιγραφή, που είχε τοποθετηθεί ανάποδα και τον τουρκικό Τουρά.
Το Πρακτικό αριθ. 33/13 Δεκεμβρίου 1913, το τελευταίο Πρακτικό της Επιτροπείας, είναι εκτεταμένο (τρεις πυκνογραμμένες σελίδες) και είχε θέμα την αρχαιολογική αξία της Ενετικής Πύλης παρά την Πλατεία Αγίου Γεωργίου, και κατ’ ακολουθίαν αν πρέπει να διατηρηθεί ή όχι. Η επιτροπεία εξέτασε επισταμένως την πύλη με αυτοψία και κατέληξε ομόφωνα στην απόφαση να διατηρηθεί γιατί είναι «μνημείον σημαντικόν της εθνικής μας ιστορίας και ότι δεν στερείται και καλλιτεχνικής αξίας, ως εν εκ των ολίγων έργων εν Κρήτη της Αναγεννήσεως του ελληνικού πνεύματος». Επί πλέον συνιστά να ληφθεί άμεση πρόνοια, είτε από τη Δημοτική αρχή, είτε από το Δημόσιο για τον καθαρισμό, τον εξωραϊσμό και την ευπρεπή συντήρηση του ιστορικού τούτου μνημείου. Έχει ενδιαφέρον το ιστορικό της υπόθεσης: Πριν από λίγα μόλις χρόνια είχε κατεδαφιστεί τμήμα του τείχους δίπλα στην Πύλη του Αγίου Γεωργίου για να δημιουργηθεί ρήγμα μεσα από το οποίο πέρασε η αμαξιτή οδός και ισοπεδώθηκε η πλατεία. Η πρόσοψη της πύλης διατηρήθηκε τότε γιατί έκρινε η αρχαιολογική υπηρεσία ότι είχε ιστορική και καλλιτεχνική αξία και δεν μπορούσε να κατεδαφιστεί. Η υπηρεσία έχει και σήμερα (1913) την ίδια γνώμη. Συνεχίζει η επιτροπεία: «Η ουχί ευάρεστος εντύπωσις την οποίαν παρέχει σημερον η πύλη οφείλεται αποκλειστικώς εις την ακηδίαν της Δημοτικής αρχής της πόλεως, ήτις φρονούσα κατά την αντίληψιν του αμαθούς όχλου ότι δέον να λείψη, αφήκεν αυτήν σκοπίμως, ίνα καταστή εστία ασχημιών, ενώ ηδύνατο δια μικρής σχετικής δαπάνης να την εξωραΐση και να την καταστήση κόσμημα και της πλατείας και της πόλεως». Η γνωμοδότηση της επιτροπείας αποτελεί μνημείο αρχαιολογικής σκέψης σχετικά με τη σημασία η όχι των νεότερων μνημείων, αυτών που δημιουργήθηκαν σε χρόνους δουλείας του έθνους (ξενοκρατία δυτική, ανατολική και βόρεια), τα οποία στην Ελλάδα αποτέλεσαν φροντίδα νομοθετικής ρύθμισης μόλις το 1950. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η πύλη του Αγίου Γεωργίου (ή Μαρουλά ή Λαζαρέτ Καπισί), ανατινάχτηκε το Πάσχα του 1917.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου