Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Ωκεανός. \ ΟΜΗΡΙΚΗ ΙΘΑΚΗ. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ. (σελ.219 έως 229)

7 Ιουλίου 2014 στις 2:31 π.μ.
 Ο Ωκεανός

     Το όνομα «Ὠκεανός»,εμφανίζεται πολύ συχνά στα έργα του Ομήρου. Ωστόσο, η χρήση του ονόματος μέσα σ’ αυτά, δεν ανταποκρίνεται πραγματικά στο σχετικό σχήμα που έχουμε κατά νου σήμερα, με την έννοια που αποδίδουμε εμείς σ’ αυτήν τη λέξη. Για τον ποιητή, ο Ωκεανός δεν είναι η απέραντη, ευμεγέθης θάλασσα που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του πλανήτη μας. Ακόμη και στους αρχαίους χρόνους, οι μεταγενέστεροι Έλληνες μελετητές και θαυμαστές του, δεν είχαν καταφέρει να ερμηνεύσουν απολύτως ορθά,αυτό το σπουδαίο όνομα που προέρχεται από αρχέγονα πρότυπα. Βασιζόμενοι σε δικά τους δεδομένα, θεώρησαν πως ο Ωκεανός είναι η άγνωστη υδάτινη επικράτεια στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, που αποτελούσε το σύνορο το οποίο οριοθετούσε την ύπαρξή τους. Απ’ όσα γνωρίζανε και είχαν διαπιστώσει με την πρωτόγονη ναυτιλία τους, πίστευαν πως οι χώρες γύρω από την Μεσόγειο θάλασσα, ήταν στο κέντρο της επιφάνειας της Γης, ενώ ο Ωκεανός περιτριγύριζε στην περιφέρεια αυτού του επίπεδου δίσκου, ολόκληρο τον ανθρώπινο κόσμο, περικυκλώνοντάς τον μετα ατελείωτα και ανακυκλούμενα νερά του. Αυτή η προσωπική αντίληψη για το σύμπαν, στηρίχθηκε κατά βάση σε κάποιους σαφώς παρανοημένους στίχους του Ομήρου.

«Πηγαίνωἐγώ νά  ἰδῶ στήν τέλειωση τῆς γῆς τῆςπολυθρόφας
τόν Ὠκεανό, τῶν θεῶν τόν πρόγονο, καί τήν Τήθη τή μάνα»
(Ξ 200-201)


«Κι ἀκόμα βάζει τό περίτρανο τοῦ Ὠκεανοῦ ποτάμι
στοῦ σκουταριοῦ τοῦ στέριου ὁλόγυρα τό πιό ἀκρινό στεφάνι»
 (Σ 607-608)

      Όμως,σε αντίθεση με τις καθιερωμένες απόψεις για τον Ωκεανό, αν μελετήσουμε προσεκτικά τα έπη, αμέσως θα διαπιστώσουμε πως ο ποιητής όταν αναφέρεται σ’ αυτόν, τον περιγράφει σχεδόν πάντα ως ένα ξεχωριστό μεν, αλλά αναμφισβήτητα κλασικό ποταμό, όπως τόσοι άλλοι ποταμοί που υπάρχουν στην ελληνική φύση.

«οὔτετις οὖν ποταμῶν ἀπέην, νόσφ’ Ὠκεανοῖο»

«Κανένας ποταμός δέν ἔλειψε (μόν’ ὁ Ὠκεανός δέν ἦρθε)»
(Υ 7)

«Τά  ’χε γεννήσει μέ τό Ζέφυρο μιάν Ἃρπια, ἡΦτεροπόδα,
μιά μέρα σέ λιβάδι ὡς ἔβοσκε, στοῦ Ὠκεανοῦ τούς ὄχτους.»
(Π 150-151)

      Κατά τον Όμηρο, είναι αναμφισβήτητο ότι ο Ωκεανός είναι ένα ποτάμι και για αυτό διαχωρίζεται σαφέστατα από τη θάλασσα, όπως κι απ’ τις λέξεις «πόντος», «ἃλις»και «πέλαγος» (λ 1-13). Του δίδονται μάλιστα και τα συνήθη επίθετα των κοινών ποταμών, όπως «βαθύρροος» (Η 422), «βαθυδίνης» (κ 511) και «βαθυρρείτης» (Φ 195).
   Παρόλα αυτά, η ιδιαιτερότητα αυτού του φυσικού ποταμού είναι έκδηλη στο κείμενο και υπό την επενέργειά του, συντελούνται αρκετά παράδοξα φαινόμενα.Όπως, ότι αποτελεί καθοριστικός παράγοντας της παγκόσμιας ζωής και παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην πορεία της. Απ’ τον Ωκεανό βλέπει το ποιητικό μάτι, τον ζωοδότη ήλιο να ανατέλλει και σ’ αυτόν επίσης να δύει (δύω, τ>δ, α>υ, ου-τάω = βυθίζω), λες κι αν δεν υπήρχε αυτός, δε θα μπορούσε να εκτελεστεί αυτή η περιοδική κίνηση.

«Ἡ Αὐγή μέ τό κρόκινο φόρεμα σηκωνόταν ἀπό τά
ρέματα τοῦ Ὠκεανοῦ»
(Τ 1)

«κι οὔτε ἡ νιογέννητη αὐγή θά σ’ αἰφνιδιάσει ἀπ’ τό ρέμα
τοῦ Ὠκεανοῦ ὡς προβάλει χρυσόθρονη»
( χ 197-198)

«πρωτόριχνε ὁ Ἣλιος τό φῶς του στή γῆ ἀνατέλλοντας
ἀπ’τοῦ ἤρεμου Ὠκεανοῦ τά βάθη»
( τ 433-434)

«Καί σύντας ὁ ἥλιος, ἀνεβαίνοντας τόν οὐρανό, τίς πρῶτες
πά στά χωράφια ἀχτίδες του ἔριξεν ἀπ’ τό βαθύ κινώντας
τόν Ὠκεανό τόν ἀργοσάλευτο»
(Η 421-423)

«Στόν Ὠκεανό σέ λίγο ὁλόχρυσο τοῦ ἡλιοῦ τό φῶς βυθίζει,
στήν πλούσια γής ἀπάνω σέρνωντας τή μαύρη νύχτα»
(Θ 485-486)

«Τόν ἀκούραστο Ἣλιο ἡ μεγαλομάτα σεβάσμια Ἣρα τόν
ἔστειλενά πάη στό ρέμα τοῦ Ὠκεανοῦ, χωρίς νά τό θέλη˙
ἔτσιὁ Ἥλιος βασίλεψε»
(Σ 239-241)

    Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Ωκεανός είναι γιος δύο πρωταρχικών και σπουδαίων μερών του σύμπαντος, του Ουρανού και της Γης, ενώ πάνω σ’ αυτόν στηρίζεται ολόκληρη η θεογονία. Πρόκειται δηλαδή για έναν αρχέγονο και σημαντικότατο θεό, ο οποίος μάλιστα στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως πρόγονος των θεών και πατέρας της Ήρας! Με τη γυναίκα του την Τήθη, αποτελούν την αρχή της γενεαλογίας των ολύμπιων θεών.
«Πηγαίνω ἐγώ νά ἰδῶ στήν τέλειωση τῆς γῆς τῆς πολυθρόφας
τόν Ὠκεανό, τῶν θεῶν τόν πρόγονο, καί τήν Τήθη τή μάνα,
πού μέ ἀναθρέψαν καί μέ ἀνάστησαν στό ἀρχοντικό του, σύντας
μέ πῆραν ἀπ’ τή Ρέα, σάν ἔριξεν ὁ Δίας ὁ βροντολάλος
κάτω ἀπ’ τή γή κι ἀπό τή θάλασσα τήν ἄκαρπη τόν Κρόνο.»
(Ξ 200-204)

     Ο Ωκεανός είναι τόσο σημαντικός για τον Όμηρο, ώστε είναι ο μόνος θεός που υπάρχει στη φύση και έχει το δικαίωμα ή ίσως το θράσος, να μη συμμετέχει στις συγκεντρώσεις των θεών που συγκαλεί ο Δίας. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους, η αξία του είναι τόσο μεγάλη, που μπορεί άνετα να αδιαφορεί για το κάλεσμα του άρχοντα των θεών.

«Κι ἀπ’ τήν κορφή τοῦ πολυφάραγγου τοῦ Ὀλύμπου ὁ Δίας προστάζει
τή Θέμη, τούς θεούς σέ σύναξη νά κράξει εὐτύς˙ κι ἐκείνη
τρέχει παντοῦ, στοῦ Δία προστάζοντας νά δράμουν τό παλάτι.
Κανένας ποταμός δεν ἔλειψε (μόν’ ὁ Ὠκεανός δέν ἦρθε),
καμιά νεράιδα, ἀπ’ ὅσες χαίρουνται τά δάση τά πανώρια»
(Υ 4-9)

    Τι ακριβώς συμβαίνει όμως; Γιατί ο ποιητής χρησιμοποιεί το όνομα του ποταμού αυτού, για τόσα πολλά και βασικά στοιχεία του φυσικού και υπερφυσικού κόσμου; Την απάντηση θα μας τη δώσει αυτός που μόνο θα μπορούσε να ξέρει, ο ίδιος ο Όμηρος.

«ἄλλο θεό ἀναιώνιο ἄν μοῦ ’λεγες νά σοῦ κοιμίσω τώρα,
θά τό ’κανα εὔκολα, κι ἄς ἤτανε τοῦ ποταμοῦ τό ρέμα
τοῦ Ὠκεανοῦ, πού ἡ φύτρα ἐστάθηκε σ’ ἀλάκερη τήν πλάση»
(Ξ 244-246)

«Ὅσο εἶναι ὁ Δίας πιό δυνατός ἀπό τούς ποταμούς πού
τρέχουν στή θάλασσα, ἄλλο τόσο καί ἡ γενιά τοῦ Δία εἶναι
πιό δυνατή ἀπό τοῦ ποταμοῦ˙ κι ἀλήθεια, κοντά σου βρίσκεται
ἕνας ποταμός μεγάλος, ἄν μπορῆ νά σέ βοηθήση σέ τίποτε.
Μάδέ γίνεται νά τά βάλη μέ τό Δία, τό γιό τοῦ Κρόνου.
Μέ ἐκείνον οὔτε ὁ βασιλιάς Ἀχελῶος εἶναι ἴσος στή δύναμη,
οὔτε ὁ πάρα πολύ δυνατός Ὠκεανός μέ τό βαθύ ρέμα, πού
ἀπό κεῖνον ξεκινοῦν ὅλοι οἱ ποταμοί καί ὁλόκληρη ἡ θάλασσα
κιὅλες οἱ βρύσες καί τά βαθιά πηγάδια.»
   (Φ 190-197)

    Σύμφωνα με τους παραπάνω στίχους, ένα ποτάμι τόσο αληθινό όσο κι ο γνωστός Αχελώος, ο θεϊκός ποταμός Ωκεανός, είναι η πηγή του υγρού στοιχείου πάνω στη γη. Απ’ αυτόν ξεκινάει το πολύτιμο νερό όλου του κόσμου που δίνει ζωή στη φύση και κατ’ επέκταση, σ’ αυτόν χρωστάει την ύπαρξή του το έμβιο σύμπαν.Χάρη στον Ωκεανό αναπτύσσονται οι καλλιέργειες και επιβιώνουν άνθρωποι και ζώα. Είναι γνωστή εξάλλου, η προσωποποίηση και η θεοποίηση των ποταμών στην αρχαιότητα, λόγω αυτής της ακατανόητης τότε ικανότητάς τους, της θεϊκής τους δύναμης να προσφέρουν ζωή στη φύση. Η ορμητικότητα και η ακατάσχετη γεννητική τους ισχύς, που οφείλεται στο πλούσιο και πόσιμο νερό τους, ήταν πολύ λογικό να ωθήσει την πρωτόγονη ανθρώπινη σκέψη, στην υπερκόσμια αντίληψή τους. Όλοι οι ποταμοί, μικροί-μεγάλοι, για τους αρχαίους ήταν θεϊκά, υπερφυσικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, στην Ιλιάδα, ο Σκάμανδρος, ο ποταμός του Τρωικού πεδίου, μισεί τον Αχιλλέα και μάχεται εναντίον του με πείσμα ως κανονικός πολεμιστής, ενώ στην Οδύσσεια, ο ήρωας παρακαλεί έναν ποταμό να τον σώσει απ’ τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας, αποκαλώντας τον μάλιστα υπέρτατο βασιλιά (ἄναξ).

«Κι ὅταν ἔφτασε κολυμπώντας ὁλο ένα σέ πραόροου
ποταμοῦ τήν ἐκβολή, ἔξοχοςτοῦ φάνηκε ὁ τόπος,
χωρίς κατσάβραχα καί φυλαγμένος ἀπό ἀνέμους.
Το γλυκό νερό ἔνιωσε κι εὐχήθηκε ὁλόψυχα του:
΄΄Ἐπάκουσέ με, βασιλιά μου, ὅποιος κι ἄν εἶσαι: ἀπάγκιο
ποθητό ζητῶ ἀπ’ τοῦ Ποσειδώνα κυνηγημένος τήν ἀπειλή στό κύμα.»
 ( ε 441-446)


Ο Ηρακλής παλεύει με την μυθική μορφή του ποταμού Αχελώου.Ο Ηρακλής παλεύει με την μυθική μορφή του ποταμού Αχελώου.


     Αναλόγως βέβαια, τον τόπο προέλευσης και διαβίωσης του ανθρώπου, πίστευε ο καθένας ξεχωριστά, στην ύψιστη ιερότητα του δικού του, γεωγραφικώς τοπικού ποταμού. Όπως όλοι οι αρχαίοι λαοί παντού πάνω στη γη, έτσι και οι αρχαίοι κάτοικοι της Μεσοποταμίας, λάτρευαν περισσότερο τα εθνικά τους ποτάμια, γιατί χάρη σε αυτά είχαν καταφέρει να επιζήσουν, να φτιάξουν την κοινωνία τους και να εδραιώσουν τον πολιτισμό τους.Το ίδιο ίσχυε και στους Αιγυπτίους,οι οποίοι βασιζόμενοι σε προσωπικά τους, εθνικά κίνητρα, θεωρούσαν τον Νείλο ως μέγιστο θεό και πατέρα όλων των νερών του κόσμου, ενώ λέγανε χαρακτηριστικά πως τα πολύτιμα νερά του κατεβαίνουν στον κόσμο από τον ουρανό,κάπου εκεί στην Άνω (στις μέρες μας νότια) Αίγυπτο. Αξιοσημείωτο είναι, ότι κατά τον Διόδωρο, πολύ παλιά ο Νείλος λεγόταν «Ωκεάνη», ενώ ο Όμηρος τον ονομάζει«Αίγυπτο» (Α19). Προφανώς, αν υποθέταμε πως κάποιος αρχαίος Αιγύπτιος, αντί για τον Όμηρο, συνέθετε τέτοιας μορφής ποιητικά έπη, τότε την κοσμογονική θέση του ποταμού Ωκεανού, θα είχε πάρει θριαμβευτικά ο Νείλος, ο οποίος μέσα στις δοξασίες τους είχε θεοποιηθεί και ανακηρυχθεί ως ο σπουδαιότερος ποταμός του σύμπαντος, γιατί απλά ήταν ο δικός τους ποταμός.
    Έτσι λοιπόν, υποστηρίζουμε με βάσιμα και υπαρκτά στοιχεία, πως η παγκοσμιότητα που αποδίδει ο Όμηρος στον Ωκεανό, ως αρχή των πάντων και πηγή της ζωής, έχει αποκλειστικώς τοπικιστικά κίνητρα! Το ποτάμι αυτό, έχει σίγουρα άμεση σχέση με την εκδοχή του ποιητή για τον κόσμο του, φυσικό και μεταφυσικό,και εύλογα μπορεί να συνδεθεί με την ιδιαίτερη πατρίδα του. Μόνο στο ποτάμι που γνώριζε κι απ’ το οποίο ζούσε καθημερινά, θα μπορούσε κάποιος εκείνη την πρώιμη εποχή, να του αποδώσει τέτοιας έκτασης θεϊκές τιμές και να το θεωρεί ως ακρογωνιαίο λίθο της κοσμογονίας του.
   Μια θεμελιώδης διαπίστωση, η οποία μας επαναφέρει στη στενή σχέση του Ομήρου με την Ιθάκη, καθώς αυτό συνεπάγεται απ’ τη λογική σύνδεση του ποταμού Ωκεανού, με την ίδια χώρα. Αυτή η συγκεκριμένη ταύτιση του Ωκεανού, με το τοπικό ποτάμι της πόλης της Ιθάκης, γίνεται ευθέως και απροκάλυπτα, στην αρχή της τελευταίας ραψωδίας του έπους της Οδύσσειας.Εκεί ο Ερμής, ξεκινώντας απ’ το ανάκτορο του Οδυσσέα, οδηγάει σε φάλαγγα τις ψυχές των νεκρών μνηστήρων πάνω σ’ ένα κανονικό δρόμο και το πρώτο πράγμα που συναντάει στη μακάβρια διαδρομή του, είναι τα ρέματα του Ωκεανού (ω 11). Άρα ο Ωκεανός, που είμαστε βέβαιοι πως είναι ένα φυσικό ποτάμι, βρίσκεται πολύ κοντά στην ακρόπολη της Ιθάκης και διασχίζει τον κάμπο της! Είναι ο εθνικός της ποταμός, αυτός που εξασφαλίζει την ύδρευση και την κάλυψη των αναγκών επιβίωσης των κατοίκων της πρωτεύουσας του κράτους.
    Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε περαιτέρω; Είμαστε σε θέση να πούμε με ασφάλεια, ότι εντοπίσαμε αυτόν τον υπαρκτό και ιδιαίτερο ποταμό της Ομηρικής πολιτείας; Η αποκάλυψη της περιοχής που επαληθεύει τα δεδομένα του κειμένου ως «δήμῳ Ἰθάκης», μας παρέχει πράγματι τη δυνατότητα για ένα τέτοιο φιλόδοξο εγχείρημα. Χωρίς κανένα δισταγμό, μπορούμε να στραφούμε αμέσως στο γνωστό ποτάμι, αυτόν τον πολύτιμο συντελεστή για το αρχαίο οικιστικό χώρο της Ηράκλειας, ο οποίος γεμίζει με ξεχωριστή ομορφιά την κοιλάδα της, στη νοτιοανατολική Κεφαλλονιά. Είναι ο ποταμός που σήμερα ονομάζεται Βόχυνας, ο μεγαλύτερος και ο πιο εντυπωσιακός ποταμός του νησιού.
   Το ποτάμι του κάμπου δίπλα στην πόλη της Ιθάκης, ήταν ένας απ’ τους βασικούς λόγους της εγκατάστασης και ανάπτυξης αυτής της ανθρώπινης πολιτείας. Το εύφορο έδαφος με τα ωφέλιμα αγαθά που προσφέρει η εκμετάλλευσή του, αποτελούσε το θεϊκό δώρο του Ωκεανού προς τους Ιθακήσιους, όπως αντίστοιχα λειτουργούσε για τους κατοίκους της Τροίας ο Σκάμανδρος και για τους Αιγύπτιους ο Νείλος. Η θεά Αθηνά εξάλλου, περιγράφει την Ιθάκη ως ένα μαγευτικό κήπο, όπου η φύση σφύζει από ζωή, με πληθώρα καλλιεργειών και κοπαδιών που ποτίζονται απ’ τον χαρακτηριστικά πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα (ν 245). Τη μορφή δηλαδή που έχει το Ηράκλειο πεδίο, πλημμυρισμένο από το πράσινο που διατηρούν ακμαίο όλο το χρόνο,τα αφθονότατα  τρεχούμενα νερά. Ο Α.Μηλιαράκης στις περιγραφές του, μας δίνει μια ιδέα της σχέσης αυτού του τόπου με τα αστείρευτα νερά και τη καρποφορία των δέντρων:

«…’εκρέει διαρκώς αένναον ποτάμιον αφθονωτάτου ύδατος,
όπερ κατέρχεται διά του μεγάλου ρεύματος μέχρις Ηρακλείου…»
« Εκατέρωθεν του ποταμίου τούτου, μόνου εν όλη τη Κεφαλληνία,
καί επί τω κατώτατων υπωρειών των περί αυτό βουνών, υπάρχουσιν
αγροί σταφιδώνες, αμπελώνες,ελαιώνες πολυπληθείς, υδρόμυλοι και
φυτείαι πυκναί κερασεών. »


    Το γεγονός, ότι ο ποιητής είχε ως εικόνα στο μυαλό του τον εθνικό ποταμό της Ιθάκης, ο οποίος δεν είναι άλλος απ’ τον ποταμό Βόχυνα, μπορούμε να το διαπιστώσουμε και από τις σχετικές πολυπληθείς παρομοιώσεις του. Σ’ αυτές,δίδονται στοιχεία παραπλήσιου τύπου, με τις συνθήκες και τα γνωρίσματα που έχει ή είχε στο παρελθόν η κοιλάδα Αράκλι και ο Βόχυνας.

«Καθώς φουσκώνουν ξεροπόταμα κι ἀπ’ τά βουνά κυλοῦνε
καί σμίγουν κάτω στό συλλάγκαδο τά ξέχειλα νερά τους,
πούἀπό κρούνους τρανούς ξεχύνουνται μές σέ βαθιά χαράδρα,
κιἀκούει τό βρουχισμό τους ξέμακρα πά στό βουνό ὁ τσοπάνος,
ὅμοιακι αὐτοί, σά σμίξαν, ἔβγαζαν ἀλαλαγμούς καί βόγγους
 (Δ 452-456)

«Πῶς ὅντας πιάσει μπόρα, ἀλάκερη πλαντάζει ἡ γής ἡ μαύρη,
κάποιανἡμέρα τοῦ χινόπωρου, νεροποντή σά στέλνει ὁ Δίας…
…τούς ποταμούς τους ὅλους ξέχειλους θωροῦν νά τρέχουν τότε,
καί τίς πλαγιές τά ξερορέματα νά κόβουν πλημμυρώντας,
πού ἀπ’ τό βουνό μέ ὁρμή στή θάλασσα τή σκοτεινή ὡς κυλοῦνε,
μουγκρίζουν δυνατά, ρημάζοντας τούς μόχτους τῶν ἀνθρώπων»
  (Π 384-392)

«Πῶς τοῦ νεροῦ τή φόρα κρατάει δασοπλαγιά πού ἁπλώνεται
στόν κάμπο πέρα ὡς πέρα, κι ὡς καί τρανά ποτάμια φράζοντας
τό δρόμο τους ἀλλάζει, καί ρίχνει τ’ ἄγρια, πολυσάλευτα νερά τους
μές στόν κάμπο δέ μποροῦν, μέ φόρα ὡς χύνουνται, νά τή σπάσουν»
  (Ρ 747-751)

«Πῶς ἄνθρωπος διαβαίνει ἀβοήθητος κάμπο πλατύ, καί στέκει
μπρός σέ ποτάμι γοργορέματο, στή θάλασσα πού τρέχει,
μέ ἀφρούς νά χοχλακάει θωρώντας το, καί πίσω ἀναδρομίζει»
  (Ε 597-599)

«Σέ ποταμοῦ οὐρανοκατέβατου τό στόμα πῶς τό κύμα
τρανό,στό ρέμα ἐνάντια, χύνεται καί βόγγει,καί τά βράχια
γύρα βρουχιοῦνται, ὅπως ἡ θάλασσα μέ ὁρμή πετάγεται ὄξω»
(Ρ 263-265)

           Βλέπουμε λοιπόν, ότι ο ποιητής έχει πάμπολλα παραδείγματα από χαρακτηριστικές και ιδιαίτερα δυναμικές ενέργειες ποταμού, με εντυπωσιακά και θορυβώδη αποτελέσματα.Όλες αυτές οι παραστάσεις, προφανώς δεν υφίστανται μόνο χάρη στη γενική παρατηρητικότητά του, αλλά πηγάζουν υποσυνείδητα κι απ’ τις γνώριμες σ’ αυτόν ιδιότητες,που διέθετε ο παντοδύναμος τότε Ωκεανός. Ένα από τα γνωρίσματα του ποταμού, το οποίο μεταφέρθηκε παραλλαγμένο μέσα στην ιστορία του τόπου και στην ντοπιολαλιά,επιζεί στο σημερινό του όνομα, καθώς το Βόχυνας προέρχεται εκ τουΓόγχυλας > Γόγγυλας > Γόγγυλος = στρογγυλός, κυκλοτερής(το χαρακτηριστικό του ως κύκλος, θα το δούμε αργότερα), με μεταβολή του γ σε β(όπως φαγείν>φάβα),του δεύτερου γ σε χ (όπως δραγμή>δραχμή) και του λ σε ν (όπως ζουρλός>ζουρνάς).
       Ωστόσο,σε ένα σημείο του κειμένου της Ιλιάδας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ανεπάντεχη διαπίστωση. Παρόλο που όπως μας έγινε  γνωστό,ο ακατανίκητος Ωκεανός αποτελεί την « αρχή του παντός », παραδόξως ένας άλλος και μάλιστα πολύ γνωστός ποταμός, ο Αχελώος, αναφέρεται πως είναι ανώτερος σε εξουσία.

«ἀλλ’οὐκ ἔστι Διί Κρονίωνι μάχεσθαι,
τῷ οὐδέ κρείων Ἀχελώϊος ἰσοφαρίζει,
οὐδέ βαθυρρείταο μέγα σθένος Ὠκεανοῖο»

«Ποιός θά τά ’βαζε μέ τόν ὑγιό τοῦ Κρόνου;
Μήτεὁ Ἀχελῶος ὁ ρήγας δύνεται νά παραβγεῖ μαζί του,
μήτε ὁ Ὠκεανός ὁ τρανοδύναμος, ὁ βαθιορεματάρης»
(Φ 193-195)

     Ο Παυσανίας έλεγε πως εδώ ο Όμηρος, μας δίνει να καταλάβουμε ότι ο Αχελώος είναιο ηγέτης όλων των ποταμών της γης.

«τόν μέν γε ἐπί τάς Ἐχινάδας κατιόντα Ἀχελῷον
διάτῆς Ἀκαρνάνων και δι’ Αἰτωλίας ἔφησεν ἐν Ἰλιάδι Ὅμηρος
ποταμῶν τῶν πάντων ἄρχοντα εἶναι »
(8,38,10)

        Ο Όμηρος φαίνεται πως ήξερε καλά το φυσικό μέγεθος του Αχελώου, που πράγματι είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Ελλάδας. Όσο σημαντικός κι αν ήταν ο τοπικός ποταμός των Ιθακήσιων για τους ίδιους, σίγουρα θα γνώριζαν πως υπάρχουν κι άλλοι, σε άλλα μέρη, πιο πλούσιοι σε νερά ποταμοί. Μπορεί να πίστευαν πως ο δικός τους πολύτιμος ποταμός, με τις μεταφυσικές του ιδιότητες, είναι ο θεός που σ’ αυτόν χρωστάει την ύπαρξή του το σύμπαν, δεν μπορούσαν όμως να μην αναγνωρίσουν, ότι ο ξακουστός Αχελώος είναι πιο ευμεγέθης. Αυτός αναγκαστικά έπρεπε να τεθεί σε υψηλότερη θέση εξαιτίας του πλούτου του, είδος που απαριθμούμενο όριζε τους βασιλιάδες, παρόλο που η εκ λαμβανόμενη ιερότητά του ήταν μικρότερη.
      Ο Αχελώος που διασχίζει τα κοντινά στην Κεφαλλονιά, εδάφη της Αιτωλοακαρνανίας, εκβάλλοντας ακριβώς απέναντι απ’ το νοτιανατολικό τμήμα του νησιού, όπου ήταν το κέντρο της ομηρικής Ιθάκης, αποτελούσε για τον ποιητή ένα άριστο παράδειγμα της εγκόσμιας εξουσίας, την οποία κατέχουν τα πιο ογκώδη ποτάμια. Δικαιολογημένα τον προβάλλει ως πρότυπο φυσικής ισχύος, καθώς για τους κατοίκους της δυτικής Ελλάδας, εκφράζει την απόλυτη δύναμη του νερού, λόγω του πλήθους του. 

    Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε πρωτίστως, στη διαπίστωση ότι το απαραίτητο για την κοινωνία της Ιθάκης ποτάμι, αυτό που την ζωογονούσε και έκανε δυνατή την εδραίωση του βασιλείου της, ήταν ο σημερινός ποταμός Βόχυνας, στην πάντα εύφορη κοιλάδα της Ηράκλειας. Αυτό είναι στην πράξη, το πιο χρήσιμο στοιχείο που προάγει πρακτικά την έρευνά μας, προς την ταυτοποίηση της ομηρικής Ιθάκης.
   Θέλοντας όμως να δώσουμε καινούργια και γενικότερη κατεύθυνση στην προσπάθειά μας, παρατηρούμε την πλάνη στην οποία έπεσαν οι μελετητές των επών, οι οποίοι πίστεψαν πως ο θεϊκός Ωκεανός, το τόσο καθοριστικό ποτάμι για το σύμπαν του Ομήρου, βρισκόταν σε μια μυστηριακή, αθέατη και απλησίαστη τοποθεσία. Ήταν σίγουροι πως υπήρχε πραγματικά, εφόσον το κατέγραφε ο αλάνθαστος ποιητής, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να αντιληφθούν σε ποιον ποταμό αντιστοιχεί πραγματικά, τον εγκατέστησαν στον κόσμο τους με βάση τις γενικές πληροφορίες και τη γνώμη που είχαν οι ίδιοι για αυτόν. Συμπλήρωσαν δηλαδή τα κενά της ιερής μυθολογίας που τους είχε κληροδοτηθεί από τους προγόνους τους, με υποκειμενικές απόψεις περί της μορφής  της οικουμένης, κατασκευάζοντας έτσι μια πιο κατανοητή σ’ αυτούς προσωπική μυθολογία, προσεγγίζοντας βέβαια όσο ήταν δυνατόν την παλιά, όπως την ερμήνευαν από τα ομηρικά κείμενα. Το ποτάμι του Ωκεανού, που το τακτοποίησαν στην κοσμογονική θέση γύρω απ’ τη γνωστή σ’ αυτούς γη των παραμεσογείων χωρών, ήταν μια δοξασία των αρχαϊκών χρόνων, η οποία για τους μετέπειτα διανοούμενος, όπως τον Ηρόδοτο, φάνταζε εντελώς τεχνητή και πλασματική, έτσι ώστε να μην τη λάβουν ποτέ σοβαρά υπόψη τους και να μην ασχοληθούν περισσότερο με αυτήν. Οπότε τελικά μοιραία την καταδίκασαν, αποδίδοντάς την σε μια πρωτόγονη αφέλεια. Δυστυχώς όμως ταυτόχρονα, παρεξηγήθηκαν η νοημοσύνη, οι ιδέες και οι μεταφυσικές αντιλήψεις του αυθεντικού Ομηρικού πνεύματος.
   
     Ο Όμηρος είχε απλώς μια καλλιτεχνική αλλά συνάμα φυσιολογική φαντασία, ενώ πάντα ακολουθούσε πιστά, τα πραγματικά δεδομένα του περιβάλλοντός του, συνδυάζοντας κοινή λογική και ποιητική διάθεση .Γνώριζε καλά το ποτάμι της Ιθάκης, το οποίο λατρευόταν απ’ τους πολίτες της ως πρωταρχικός και βασικός θεός, καθώς τους ευεργετούσε με τη ζωοδόχο δύναμη του νερού του και ταυτόχρονα κανόνιζε την καθημερινότητά τους. Ο Ωκεανός ήταν αυτό ακριβώς το ποτάμι, έτσι όπως το έζησε από κοντά, ώστε να αντλήσει την έμπνευσή του απ’ αυτό και να του απονείμει την ανυπέρβλητα υψηλή του θέση, στο δικό του,προσκείμενο κόσμο.
   Η υπόψη παρουσίαση των στενών, προσωπικών απόψεων και θεωριών, εντάσσεται καθαρά μέσα στα πλαίσια της συγκεκριμένης εθνικής προέλευσης του Ομήρου. Μια θρυλική καταγωγή, που από την τωρινή ταύτιση του Ωκεανού με το ποτάμι του Βόχυνα της Κεφαλλονιάς, προσανατολίζεται πάλι προς αυτήν τη χώρα, την αληθινή Ιθάκη.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου