Οδυσσέως και Πηνελόπης ομιλία. Τά νίπτρα.
Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη
αναδημοσίευση από το
| Μα στο παλάτι ο θεϊκός απόμεινε Οδυσσέας, με τη θεά αναδεύοντας το φόνο τώ μνηστήρων, κι αυτά του γιού του μίλησε τα φτερωμένα λόγια· |
ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ, ΤΟΥ POROSNEWS, ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ,, ΕΝΑ ΣΥΜΑΖΕΜΑ ΤΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΓΡΑΦΤΗΚΑΝ
| Μα στο παλάτι ο θεϊκός απόμεινε Οδυσσέας, με τη θεά αναδεύοντας το φόνο τώ μνηστήρων, κι αυτά του γιού του μίλησε τα φτερωμένα λόγια· |
| Κι ήρθε ένας ζήτουλας κοινός, που στου Θιακιού τη χώρα γύρνα ζητώντας, ξακουστός για την αχορτασιά του· έτρωγε κι έπινε άπαυα, μα δύναμη δεν είχε μήτ' αντρειοσύνη, όσο τρανός στην όψη κι ά φαινόταν. |
| Έφεξ' η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα, κι ο πολυαγαπημένος γιός του θεϊκού Οδυσσέα τα θεόμορφά του σάνταλα στα πόδια του αποδένει, και στην παλάμη παίρνοντας το δυνατό κοντάρι | |
| 5 | στη χώρα για να κατεβή, λέει του χοιροβοσκού του· |
| Και στο καλύβι ο πάγκαλος βοσκός με το Δυσσέα, ανάψαν την αυγή φωτιά και το φαΐ τοιμάζαν, και στείλαν όξω τους πιστούς μαζί με τα κοπάδια. Κι οι σκύλοι στον Τηλέμαχο που ερχόταν, την ουρά τους | |
| 5 | σαλεύαν και δε γαύγιζαν· τους νιώθει ο Οδυσσέας, ακούει το ποδοβολητό, και λέει ευτύς του γέρου· |
| Κι η Αθηνά στη διάπλατη τη Λακεδαίμονα ήρθε, στον άξιο γιό του αντρόψυχου Οδυσσέα να θυμίση το γυρισμό του να νοιαστή, και νά 'ρθη στην πατρίδα. |
| Κι απ' το λιμάνι πήρε αυτός βουνήσιο μονοπάτι σε δάσια μέσα, που η θεά του τό 'χε πη πως ζούσε ο πάγκαλος χοιροβοσκός που νοιάζουνταν το βιός του πιότερο απ' όλους που ο τρανός Δυσσέας είχε δικούς του. |
| Αυτά τους είπε, κι όλοι τους σωπαίνανε ομπροστά του, δεμένοι από το μάγιο του μες στα ισκιερά παλάτια. Τότες απολογιέται του ο Αλκίνος και του κρένει· |
| Του Ωκεανού τα ρέματα το πλοίο σαν αφήκε, κι απάνω από τα κύματα του διάπλατου πελάγου ήρθε στης Αίας το νησί, που κατοικεί η Αυγούλα, και σε γλυκούς χορότοπους χρυσανατέλνει ο Ήλιος, | |
| 5 | εκεί στον άμμο φτάσαμε κι αράξαμε το πλοίο, και πήγαμε πλαγιάσαμε στο περιγιάλι απάνω, προσμένοντας τη λαμπερή να γλυκοφέξη Αυγούλα. |
| Και στο γιαλό σαν ήρθαμε και στο γοργό καράβι, πρώτα απ' τη γης τα σύραμε στην ώρια κυματούσα, και το κατάρτι στήσαμε και τα πανιά του απάνω, και πήραμε και βάλαμε τα πρόβατα· και μέσα | |
| 5 | κι εμείς θλιμμένοι μπήκαμε πικρά χύνοντας δάκρυα. |
| Στης Αιολίας το νησί τότε ήρθαμε, που ζούσε του Ιππότη ο γιός ο Αίολος, των θεών αγαπημένος· νησί πλεούμενο· χαλκός τειχί το περιζώνει, γερό σε ορθά και γλιστερά θεμελιωμένο βράχια. | |
| 5 | Και δώδεκα είχε αυτός παιδιά μες στ' ώριο του παλάτι, έξη κοπέλλες, κι έξη γιούς, της ώρας παλληκάρια. |
| Τότε γυρίζει ο τρίξυπνος Δυσσέας και του κρένει·
Αλκίνο, πρώτε βασιλιά, και τω λαών καμάρι,
καλό 'ναι αλήθεια τέτοιονε τραγουδιστή ν' ακούμε, σαν πού 'ν' ετούτος, που θεού λες κι η φωνή του μοιάζει. | |
| 5 | Τι πιο χαριτωμένη εγώ ζωή δεν ξέρω κι άλλη, παρ' όταν όλος ο λαός τριγύρω αναγαλλιάζη, και στα παλάτια οι σύδειπνοι αράδα καθισμένοι ακούνε τον τραγουδιστή, με τα τραπέζια ομπρός τους γεμάτα κρέας και ψωμί, κι ο κεραστής σαν παίρνη |
| 10 | απ' το κροντήρι το κρασί και χύνη στα ποτήρια. Στον κόσμο τ' ομορφότερο λογιάζω αυτό πως είναι. |
| Έφεξ' η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα, κι ο Αλκίνος ο τρανόψυχος σηκώθη από τον ύπνο· σηκώθη κι ο διογέννητος, ο κουρσευτής Δυσσέας· κι ο Αλκίνος ο τρανόψυχος τον πήρε στώ Φαιάκων | |
| 5 | την αγορά, που βρίσκονταν παράδιπλα των πλοίων. |
| Εκεί ο πολυβασάνιστος, ο μέγας Οδυσσέας κοιμόταν από κούραση κι αγρύπνια αφανισμένος. Κι η Αθηνά ξεκίνησε στη χώρα τώ Φαιάκων, που πρώτα στην απλόχωρη Υπέρεια κατοικούσαν, | |
| 5 | παράδιπλα στους Κύκλωπες, ανθρώπους αλαζόνες, που όντας περίσσια δυνατοί πολλά κακά τους φτιάναν. |
| Απ' του πανώριου Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα σηκώθη, κι έφερε το φώς σε αθάνατους κι ανθρώπους. Και συγκαθίζαν οι θεοί, και μες σ' αυτούς κι ο Δίας ο αψηλοβρόντης, που τρανή στα ουράνια η δύναμή του. | |
| 5 | Κι η Αθηνά, θυμήθηκε τα πάθια του Οδυσσέα, πονώντας τον που η Καλυψώ τον κράταε, και τους είπε· |
«Πατέρα Δία, και θεοί μακαριστοί κι αιώνιοι,
κανένας βασιλιάς γλυκός, καλόβουλος και δίκιος | |
| 10 | πια άς μη φανή, παρά σκληρός και κακοπράχτης να 'ναι, αφού κανένας το θεϊκό Οδυσσέα δε θυμάται μες στο λαό που σα γονιός με αγάπη κυβερνούσε. |
| Κι είναι στης θάλασσας εκεί τη μέση πετρονήσι, | |
| 845 | που πέφτει ανάμεσα Θιακιού και της ξερής της Σάμης, όχι μεγάλο, η Αστερή, με βολικά λιμάνια, και δυό μπασιές, που οι Αχαιοί του στήσανε καρτέρι. |
| Κάτου στης Λακεδαίμονας τα βραχοκάμπια φτάνουν, και στα παλάτια ξεκινούν του δοξαστού Μενέλαου. Βρήκαν τον κι έκανε χαρά με περισσούς δικούς του, τί γιό και κόρη πάντρευε στο σπιτικό του μέσα. | |
| 5 | Στού ατρόμητου Αχιλλέα το γιό την κόρη του προβόδα, που από την Τροία την έταξε και λόγο του είχε δώσει, και τώρα τέλος φέρνανε οι αθάνατοι στο γάμο. |
| Τήν ώρια όταν αφήνοντας τη λίμνη ανέβη ο ήλιος πρός τον ολόχαλκο ουρανό σε αθάνατους να φέξη, και στους ανθρώπους τους θνητούς της γής της θροφοδότρας, σε χώρα φτάναν όμορφη, στην Πύλο του Νηλέα. | |
| 5 | Κόσμος εκεί στ' ακρόγιαλα προσφέρνανε θυσίες, ταύρους ολόμαυρους στης γής το σείστη Ποσειδώνα. |
| Έφεξ' η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα, και του Οδυσσέα ο ακριβογιός σηκώθη από το στρώμα, ντύθηκε, ζώνει το σπαθί το κοφτερό στον ώμο, ώρια ποδένει σάνταλα στα πόδια τα λαμπρά του, | |
| 5 | και βγαίνει από το θάλαμο με αθάνατο παρόμοιος. Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους αμέσως τους μακρομάλληδες Αχαιούς σε συντυχιά να κράξουν. Τούς κράξανε, και γλήγορα συνάχτηκαν εκείνοι. Και σα συνάχτηκαν, και μιά παρέα όλοι γενήκαν, |
| 10 | κινάει εκεί με χάλκινο κοντάρι στην παλάμη, μονάχος όχι· δυό σκυλιά γοργόποδ' ακλουθούσαν, κι η Αθηνά με θεόλαμπρη τον περεχούσε χάρη. |
| Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα, που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε τής Τροίας το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια, | |
| 5 | για μία ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων. Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε, εκείνους, τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλωσύνη, τού Ήλιου τού Υπερίονα σαν έφαγαν τα βόδια, κι αυτός τους πήρε τη γλυκειά τού γυρισμού τους μέρα. |