Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Τα δημοτικά σχολεία στην Κεφαλονιά… 75 χρόνια πριν…


Γιορτή Δημ.Σχολείου
Γιορτή Δημ.Σχολείου
Τα χρόνια του μεσοπολέμου δεν ήταν ταραχώδη μόνο για τις ιστορικές εξελίξεις στον ελληνικό χώρο, αλλά και για την ελληνική παιδεία, που μοιραία επηρεάζεται από την εσωτερική πολιτική αστάθεια. Η τομή στην ιστορία της εκπαίδευσης που πραγματοποιείται με την μεταρρύθμιση του 1929 έδινε την ελπίδα για ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα με υποχρεωτική εξάχρονη δημοτική εκπαίδευση και, από κει και πέρα, μέριμνα, πέρα από τη γενικού τύπου δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και για τις ειδικότερες κατηγορίες (πρακτικά λύκεια, κατώτερα επαγγελματικά σχολεία, ανώτερα παρθεναγωγεία για την εκπαίδευση των κοριτσιών). Η μεταρρύθμιση προέβλεπε πεντάχρονη εκπαίδευση των δασκάλων σε ειδικά Διδασκαλεία, τα οποία το 1934 θα αντικατασταθούν από τις Παιδαγωγικές Ακαδημίες, που ιδρύονται για πρώτη φορά.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 θα ακυρώσει ουσιαστικά, με τις δικές τις αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία της εκπαίδευσης, τη μεταρρύθμιση του 1929: Ιδρύεται Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (το 1937, με απώτερο στόχο τον έλεγχο του περιεχομένου τους), ενώ στο Δημοτικό Σχολείο καθιερώνονται εξετάσεις στις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, με αποτέλεσμα μεγάλες διαρροές μαθητών. Η πλειοψηφία των σχολείων της επικράτειας είναι μονοτάξια. Ο ίδιος ο Μεταξάς αναλαμβάνει το Υπουργείο Παιδείας από το 1938. Το καθεστώς ουσιαστικά υποχρεώνει τα παιδιά μεταξύ 6 και 19 ετών να ενταχθούν στην «Εθνική Οργάνωση Νεολαίας», ενώ την ίδια στιγμή αναθέτει στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη την σύνταξη Γραμματικής της Νεοελληνικής Γλώσσας για να διδάσκεται αυτή στα δημοτικά σχολεία, παίρνοντας μια ανέλπιστη θέση στο γλωσσικό ζήτημα, μέσα σ’ ένα κλίμα αυταρχισμού, διώξεων των αντιφρονούντων και προσπάθειας προσανατολισμού της παιδείας στα ιδεώδη της 4ηςΑυγούστου.
Τι συμβαίνει όμως στην Κεφαλονιά εκείνη την περίοδο; Πολύτιμες πληροφορίες για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο νησί μεταξύ των ετών 1935 και 1939 μας δίνουν δύο εκθέσεις που έχουν συνταχθεί από κεφαλονίτες δασκάλους και δημοσιεύονται στο «Παγκεφαλληνιακόν Ημερολόγιον» του Σπυρίδωνος Σκηνιωτάτου, ένα ημερολόγιο-περιοδικό που κυκλοφόρησε τα έτη 1937, 1938 και 1939 και αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την εποχή.
Η πρώτη έκθεση αφορά το σχολικό έτος 1935-1936 (το τελευταίο δηλαδή πριν την 4η Αυγούστου) και υπογράφεται από τον Δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Γερουλάνο «εν Αγία Ευφημία», ενώ δημοσιεύεται στο τεύχος του 1937 του «Παγκεφαλληνιακού Ημερολογίου» (σελ. 150-160). Η έκθεση μας μεταφέρει ουσιαστικά τον τελευταίο απόηχο της μεταρρύθμισης του 1929, ενώ δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι γράφεται τον Σεπτέμβριο του 1936 και στον επίλογο. δεν παραλείπει να εκφράσει την ελπίδα ότι ο νέος ηγέτης, «τέκνον της ευάνδρου νήσου μας, θα λάβη όλα τα μέτρα […] δια την καλλιτέρευσιν της δημοτικής εν Κεφαλληνία […]».
Από τα πλούσια στατιστικά στοιχεία της έκθεσης πληροφορούμαστε ότι στην Κεφαλονιά το σχολικό έτος 1935/36 λειτουργούν 91 Δημόσια δημοτικά σχολεία και 3 ιδιωτικά. Από τα Δημόσια, εξατάξια είναι μόνο 2, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία αποτελείται από μονοτάξια (52) και διτάξια (26) σχολεία. Το προσωπικό των σχολείων μας δείχνει ότι τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια είναι καθαρά προσωπικές επιχειρήσεις (4-5 διδάσκαλοι σε 4 σχολεία), ενώ στα δημόσια υπηρετούν 159 δημοδιδάσκαλοι (στην πλειοψηφία, -93- γυναίκες), οι συντριπτικά περισσότεροι (154 πτυχιούχοι), κάποιοι δε και με μετεκπαίδευση. Η αναλογία κάνει τον συντάκτη της έκθεσης να ανησυχεί: Ένας δάσκαλος ανά εξήντα περίπου μαθητές. Τουλάχιστον 50 θα χρειαστούν ακόμη για να καλύψουν τις ανάγκες.
Το σύνολο των μαθητών που φοιτούν στα σχολεία είναι 9.467. Αν παρατηρήσουμε τα αναλυτικά στοιχεία των μαθητών που εγγράφονται και προάγονται από τη μία τάξη στην άλλη, διαπιστώνουμε ότι οι μαθητές της πρώτης (2769 εγγραφέντες, 1548 προαχθέντες) είναι πολλαπλάσιοι από τους μαθητές της έκτης (770 εγγραφέντες, 674 απολυόμενοι), πράγμα που σημαίνει ότι σημειώνεται μεγάλη διαρροή μαθητικού πληθυσμού στις μεγαλύτερες τάξεις του δημοτικού…
Όλοι θυμόμαστε αφηγήσεις παππούδων και γιαγιάδων (ιδίως γιαγιάδων) που μας αποκάλυπταν ότι έχουν «βγάλει μέχρι την τρίτη ή την Τετάρτη». Ο Γερουλάνος με πικρία σημειώνει το γεγονός της διαρροής των μαθητών, το οποίο αποδίδει στις δυσκολίες της ζωής που αναγκάζουν τα παιδιά να εγκαταλείψουν το σχολείο, ενώ δυσανασχετεί και με τα μεγάλα ποσοστά απόρριψης στις εξετάσεις. Πράγματι, και από προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι στα χωριά ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη πρακτική τα μικρά αγόρια να αποσύρονται από το σχολείο για να εργαστούν στα χωράφια (είτε της οικογένειας είτε ως «σέμπροι»), ενώ τα μικρά κορίτσια, πέρα από τη συμμετοχή τους στις γεωργικές εργασίες αλλά και την υποβοήθηση των οικιακών ουσιαστικά μεγάλωναν τα μικρότερα αδέλφια της οικογένειας.
Συχνά τα παιδιά αναγκάζονταν επίσης να εγκαταλείψουν το σχολείο εξαιτίας της μεγάλης απόστασηςπου έπρεπε να διανύσουν, με τα πόδια και κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, για να φτάσουν στο Δημοτικό. Μπορεί να υπήρχαν σχολεία σε όλες τις κοινότητες, οι (πολυπληθείς τότε, μια και η Κεφαλονιά αριθμούσε 57.578 κατοίκους) απομακρυσμένοι οικισμοί και η έλλειψη μεταφορικών μέσων όρθωναν και άλλα, φυσικά αυτή τη φορά, εμπόδια στην εκπαίδευση των μαθητών. «Ας ελπίσωμεν ότι οι Κεφαλλήνες γονείς δεν θα θελήσωσι να γίνωσι καταστροφείς των παιδιών των», σημειώνει ο Γερουλάνος, η αλήθεια όμως είναι ότι αυτό δεν ήταν πάντοτε στο χέρι τους…
Σε ό,τι αφορά τις υποδομές σε σχολικά κτίρια, παρατηρείται το φαινόμενο περισσότερα του 50% των κτιρίων των δημοσίων σχολείων (47) να είναι μισθωμένα από ιδιώτες, επομένως να μην έχουν κατασκευαστεί με προδιαγραφές σχολείου και να στοιχίζουν πάρα πολλά χρήματα στον κρατικό προϋπολογισμό. Τα δέκα καινούρια σχολεία που αναφέρει ο Γερουλάνος ότι αναγείρονται εκείνη την εποχή θεωρούνται «καλή αρχή» και οι ελπίδες εναποτίθενται στο νέο καθεστώς. Και για ποια σχολεία μιλάμε; Ιδίως τα ιδιωτικά, δεν έχουν αίθουσες, δεν έχουν αυλή, δεν έχουν φως και αέρα.
Ο συντάκτης της μελέτης αναφέρεται με ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία (και στις αρνητικές συνέπειες της έλλειψης) των σχολικών κήπων στα δημοτικά σχολεία. Μπορούμε εδώ να διακρίνουμε τα τελευταία κατάλοιπα της ιδεολογίας της μεταρρύθμισης του 1929, που προσπαθούσε να απομακρύνει την παιδεία από τον αυστηρά «ακαδημαϊκό» και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα και να την οδηγήσει στην κατεύθυνση της πρακτικής ωφελιμότητας ακόμη και για τις κατηγορίες εκείνες που εκ των πραγμάτων δεν θα είχαν την ευκαιρία να προχωρήσουν στις ανώτερες βαθμίδες και θα καλούνταν να εφαρμόσουν στην καθημερινότητά τους αυτά που μάθαιναν στο σχολείο.
Η ενασχόληση του μαθητή με τον σχολικό κήπο, πέρα από την καλλιέργεια του πνεύματος της ομαδικότητας και της συνεργασίας και πέρα από την αγάπη για την εργασία, εξοικειώνει τα παιδιά και με τεχνικές που θα χρησιμοποιήσουν πρακτικά όταν θα φύγουν από το σχολείο (π.χ. το να μάθουν να εξημερώνουν δέντρα έχει αξία γιατί έτσι μπορούν να αυξήσουν το εισόδημα της οικογένειας «κεντρώνοντας» αγρίλια και μετατρέποντάς τα σε εκμεταλλεύσιμα ελαιόδενδρα.
Πέραν του κήπου, ο Γερουλάνος επισημαίνει και την έλλειψη υποδομών για την διδασκαλία μέσα στην τάξη: οργάνων φυσικής και χημείας, αλλά και χαρτών για την γεωγραφία. «Κατάστασις όχι ευχάριστος» είναι η τελική του αποτίμηση (που μπορεί σχετικά ελεύθερα να την διατυπώσει, εκφράζοντας παράλληλα με την αναγκαιότητα «τάχιστα να διορθωθή» και την αισιοδοξία ότι αυτό θα το επιτύχει η καινούρια κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, αν προσπαθήσουν όλοι: Κράτος, κάτοικοι, δημοδιδάσκαλοι.
Δυο χρόνια μετά την έκθεση του Γερουλάνου, τον Αύγουστο του 1938, και ενώ εξακολουθεί η δικτατορία Μεταξά, ένας άλλος δημοδιδάσκαλος, ο Αλέκος Ι. Μεταξάς, «μετεκπαιδευόμενος και τέως βοηθός του Επιθεωρητού των Δημοτικών Σχολείων Κεφαλληνίας», όπως ο ίδιος αναφέρει, συντάσσει μια νέα έκθεση με τίτλο «Η Εκπαιδευτική Κατάστασις εν Κεφαλληνία κατά το έτος 1937-1938», η οποία δημοσιεύεται και πάλι στο «Παγκεφαλληνιακόν Ημερολόγιον», του 1939 (σσ. 348-367). Έχει ενδιαφέρον να δούμε αυτή την έκθεση σε σύγκριση με την προηγούμενη, για να διαπιστώσουμε αν άλλαξε κάτι (και τι), μετά την διάλυση της μεταρρύθμισης του 1929 από το καθεστώς Μεταξά.
Η δεύτερη έκθεση αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση φλύαρου κειμένου που με γενικές θεωρητικές προσεγγίσεις προσπαθεί απεγνωσμένα από τη μια να μοιραστεί με τον αναγνώστη όσο το δυνατόν λιγότερα στοιχεία και από την άλλη να δώσει, μέσα από ένα γενικόλογο ιδεολογικό υπόβαθρο, την ψευδαίσθηση ότι η πρόοδος είναι αναπόδραστη και τα βήματα προς αυτήν σταθερά. Πρόκειται για ένα στρατευμένο κείμενο, προσανατολισμένο στο να υμνήσει το καθεστώς και παρεμπιπτόντως τον προϊστάμενό του. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το κλίμα μεγαλείου και αισιοδοξίας, ο συντάκτης μας δίνει και κάποια σημαντικά στοιχεία (τα οποία και ο ίδιος αναγνωρίζει ως μειονεκτήματα και ελλείψεις) για την στοιχειώδη εκπαίδευση στην Κεφαλονιά το εν λόγω σχολικό έτος.
Οι δημοδιδάσκαλοι είναι 169 (μόλις 10 περισσότεροι από δυο χρόνια πριν και οπωσδήποτε όχι 50 που ζητούσε ο Γερουλάνος, και πάλι στην πλειοψηφία τους -92- γυναίκες), με ανομοιογενή προέλευση και σπουδές (αφού προέρχονται από όλους τους διάφορους κατά καιρούς τρόπους παραγωγής δασκάλων, συμπεριλαμβανομένων και τον νεοσύστατων Παιδαγωγικών Ακαδημιών). Ποια λύση προτείνει ο συντάκτης για να εξασφαλιστεί η ενιαία Παιδεία με τόση ανομοιογένεια; Είναι απολύτως σαφής και ειλικρινής: «[…] να εμπερικλείσωμεν αυτούς (εννοεί τους δασκάλους) εις ωρισμένον κλοιόν παιδαγ. αντιλήψεων, απόψεων και ενεργειών»(!).
Εξαφάνιση, δηλαδή, της προσωπικότητας του δασκάλου μπροστά στην «ενιαία ιδεολογική κατεύθυνση» της παιδείας, στην οποία θα συνεισφέρει και η κατάλληλη επιμόρφωση… Για το σκοπό αυτό έλαβαν χώρα και 6 «παιδαγωγικαί συγκεντρώσεις», όπου συμμετείχαν όλοι οι δάσκαλοι του Νομού, ενώ ανακοινώνεται η ίδρυση τριών πειραματικών σχολείων στα Τουλιάτα, στα Μακρυώτικα και στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου, καθώς και πειραματικών τάξεων στα άλλα σχολεία, όπου θα δοκιμαστεί η μεθοδολογία της «Νέας παιδείας».
Όσον αφορά τη σχολική στέγη, έχουμε και εδώ μικρή αύξηση των σχολικών κτιρίων (98 από 91 του έτους 1935-1936). Και πάλι η πλειοψηφία των κτιρίων (48 μισθωμένα και 14 που έχουν παραχωρηθεί για το σκοπό αυτό από ιδιώτες) δεν είναι κρατικά, και στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται ακατάλληλα ή χρήζοντα σοβαρών επισκευών. Υπάρχουν ακόμη 10 ημιτελή διδακτήρια (όσα και το 1935-1936) ενώ πρόκειται να κατασκευαστούν άλλα 11.
Οι δραματικές ελλείψεις στη σχολική στέγη αντιμετωπίζονται με ευχολόγιο και κάλεσμα σε κινητοποίηση και συμμετοχή όλων (Κράτους, δασκάλων, πολιτών, ιδιωτικής πρωτοβουλίας και Εκκλησίας) προς την από κοινού αντιμετώπιση του προβλήματος. Πρόκειται περί χαρακτηριστικής τακτικής «Ποντίου Πιλάτου» πολλών καθεστώτων, όχι μόνο δικτατορικών. Επισημαίνεται ο εξοπλισμός των σχολείων με θρανία (700, μικρός αριθμός αν κρίνουμε από τα σύνολα των μαθητών που είδαμε στην προηγούμενη έκθεση) και εποπτικών ειδών, πλην όμως ο συντάκτης παραδέχεται ότι οι ελλείψεις εξακολουθούν.
Ο Μεταξάς (ενν. τον συντάκτη της έκθεσης) φαίνεται ότι αναγνωρίζει την παιδαγωγική σημασία των σχολικών κήπων – ωστόσο διαπιστώνει ότι είναι λίγοι. Μόνο 39 σχολεία διαθέτουν, στα 22 από τα οποία οι σχολικοί κήποι δεν είναι ούτε 100 τετραγωνικά μέτρα. Βέβαια δεν φταίει το καθεστώς γι’ αυτό, όπως αναφέρει, αλλά … η σύσταση του εδάφους, προπαντός! Ωστόσο και αυτό το πρόβλημα θα λυθεί, αφού έχει συνταχθεί η σχετική έκθεση και, όπως συνέβη και σε όλα τα άλλα προβλήματα της Παιδείας, όλοι μαζί θα αγωνιστούν για το καλύτερο…
Στην έκθεση αυτή πληροφορούμαστε και για τον θεσμό των μαθητικών συσσιτίων. Ο συντάκτης διαπιστώνει την αναγκαιότητά τους (Είναι κανών ότι «νηστικό τ’ αρκούδι δεν χορεύει», λέει), διαπιστώνει όμως ότι είναι κι αυτά λιγοστά (στο εν λόγω σχολικό έτος λειτούργησαν στο Αργοστόλι, στα Βλαχάτα και ένα στο Ληξούρι μαζί με λαϊκό συσσίτιο), τα οποία κάλυψαν 477 μαθητές μόνον (δηλαδή ένα 5% του μαθητικού πληθυσμού, με τα δεδομένα του 1935-1936) – και εδώ καλείται η συστράτευση όλων και ιδίως των ευπόρων Κεφαλλήνων για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Η έκθεση του Μεταξά ουσιαστικά προσπαθεί να μεταμφιέσει μια στάσιμη (σε σχέση με την προηγούμενη διετία) κατάσταση σε αφετηρία μιας νέας πραγματικότητας. Ο ίδιος, σχεδόν απολογούμενος και μέσα στην έκρηξη της υμνολογίας του για την καινούρια πραγματικότητα, αναγνωρίζει ότι αυτές οι σπουδαίες μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να γίνουν δια μιάς, αλλά χρειάζονται πολύ χρόνο, όχι τόσο για πρακτικούς λόγους, αλλά για να μην επέλθει «σύγχυση και χάος».
Τα στοιχεία που μας παρέχει η έκθεση Μεταξά για τον μαθητικό πληθυσμό, σαφώς πιο φειδωλά και λιγότερο αναλυτικά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα εκείνης του Γερουλάνου, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το σύνολο των μαθητών που είναι γραμμένοι στα Δημοτικά Σχολεία το έτος 1937-38 είναι 9354 (ελαφρώς μικρότερο σε σχέση με δυο χρόνια πριν). Από το σύνολο των μαθητών αυτών ποσοστό 80,92% κατάφερε να προαχθεί ή να απολυθεί. Οι 1617 μαθητές που απορρίφθηκαν, αλλά και περίπου 1070 μαθητές που είτε εγκατέλειψαν το σχολείο είτε ποτέ δεν γράφτηκαν δείχνουν την εικόνα του προβλήματος που παραμένει υπαρκτό – όπως υπαρκτό είναι και το ζήτημα των «διετών» μαθητών (20 % του συνολικού μαθητικού πληθυσμού), που επιβαρύνουν το εκπαιδευτικό σύστημα και αποτελούν άλλη μια «κερκόπορτα» εξόδου των μαθητών από τα σχολεία.
Ο συντάκτης της έκθεσης δηλώνει αισιοδοξία ότι το πρόβλημα θα επιλυθεί χάρη και στην ικανότητα του (προϊσταμένου του) επιθεωρητή Δημοτικής εκπαίδευσης. Τα στατιστικά στοιχεία από όλη την Ελλάδα, ωστόσο, μαρτυρούν ότι στα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά η διαρροή μαθητικού πληθυσμού ήταν τεράστια. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, που ακολούθησε, και τα ταραγμένα χρόνια του εμφυλίου έδωσαν αλλεπάλληλα χτυπήματα όχι μόνο στις υποδομές και τον μαθητικό πληθυσμό, αλλά και σε ολόκληρο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Ολόκληρες γενιές Ελλήνων έμειναν αναλφάβητοι ή εγκατέλειψαν από πολύ νωρίς το Δημοτικό Σχολείο τόσο για λόγους απολύτως εξωπαιδαγωγικούς, όσο και εξ αιτίας αδυναμιών και δυσλειτουργιών του συστήματος. Αν σε κάτι θα συμφωνήσουμε και με τους δυο συντάκτες των εκθέσεων, και που παραμένει αναλλοίωτο εβδομήντα χρόνια μετά τη σύνταξη των εκθέσεών τους, είναι η αξία της δημοτικής εκπαίδευσης για την οικοδόμηση της προσωπικότητας, συναισθηματικής και πνευματικής, του παιδιού – ίσως ποτέ στη ζωή μας δεν μαθαίνουμε περισσότερα απ’ όσα μαθαίνουμε στα έξι χρόνια του Δημοτικού Σχολείου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου