Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Ο ΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ,και η παλαιότητα του Ομήρου



Ο ΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Της Νίκης Ευθυμιάτου-Κατσούνη

« …. Αυτή ( η Κεφαλληνία ) δ’ εστίν ορεινή · μέγιστον δ’ όρος εν αυτή εν ω Διός Αινησίου ιερόν …. »
Στράβων 456

« …. Έστι γάρ Αίνος όρος της Κεφαλληνίας, όπου Αινησίου Διός ιερόν εστί, ου μνημονεύει Λέων εν Περίπλω και Τιμοσθένης εν τοις Λιμέσιν …. »
Απολλώνιος Ρόδιος ΙΙ, 297

Ενώ η ομηρική γεωγραφία για την Κεφαλονιά και την Ιθάκη είναι συγκεχυμένη, οι αναφορές για τον Αίνο είναι κατηγορηματικές και σαφείς. Το γεγονός αυτό και μόνο αποδεικνύει τη σπουδαιότητά του. Θα λέγαμε ότι η παρουσία του βουνού αυτού «στοιχειώνει» στην κυριολεξία την τύχη του νησιού και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζει τη ζωή των κατοίκων του μέσα στους αιώνες. Οι αρχαίοι συγγραφείς παραδίδουν σε μας τον Αίνο σαν βουνό ιστορικό και ιερό, περιβλημένο με την αίγλη του μυστηρίου και της Θεότητας. Ο συσχετισμός του με διάφορους μύθους, θρησκευτικά ή ιστορικά γεγονότα και ο ρόλος του στην οικονομική και πολιτική εξέλιξη του νησιού τον τοποθετούν σαν το κεντρικό σημείο αναφοράς όλης της ιστορίας της Κεφαλονιάς από τα μυθικά χρόνια μέχρι σήμερα.
Ο Αίνος πυκνά δασωμένος και νεφοσκεπής τροφοδότησε τη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων, που τον είδαν σαν τόπο κατοικίας των αθανάτων. Οι συχνές καταιγίδες με τους κεραυνούς στις κορυφές του, ήταν γι’ αυτούς η αδιαφιλονίκητη απόδειξη της «επιφάνειας» κάποιας πανίσχυρης Θεότητας. Αυτή δεν μπορούσε να ήταν άλλη από τον πατέρα των θεών και ανθρώπων, τον κύριο των καταιγίδων και του υψηλού αιθέρα, το Μεγάλο Δία, προς τιμήν του οποίου μύστες και μυούμενοι τελούσαν λατρεία με θυσίες στις κορυφές των ορέων. Ο τρόπος που δήλωνε την παρουσία του, προκαλούσε το φόβο και το δέος στους θνητούς. Γιατί μόνο ο νεφεληγερέτης Ζεύς, όπως αλλιώς τον αποκαλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, είχε τη δύναμη να σηκώνει και να σωριάζει τα σύννεφα, να φέρνει τις καταιγίδες και να εκδηλώνει την οργή του με βροντές και αστραπές. Σύμβολο του το εξ ουρανού πυρ, ο κεραυνός. Όταν ο Αίνος χανόταν μέσα στα σύννεφα και φαινόταν σαν να εισδύει στο άπειρο, τότε πραγματοποιόταν η επαφή με τους αθανάτους. Στο πιο ψηλό σημείο του βουνού ο θεός έκανε την κάθοδο. Εκεί ήταν ο τόπος έλευσης, του ερχομού, όπου συχνά, όπως πίστευαν, εμφανιζόταν, όταν έφευγε από τον Όλυμπο. Γι’ αυτό έγινε και τόπος ιερής λατρείας. Άλλωστε αίνος είναι ο ύμνος προς το θεό. Πράγματι στην ψηλότερη κορυφή του, το Μέγα Σωρό, υπήρχε θυσιαστήριο αφιερωμένο στο Δία, που λατρευόταν με το όνομα Αίνειος ή Αινήσιος από το όνομα του βουνού. Πιθανότατα υπήρχε και ναός, ο οποίος δε σώθηκε, όμως μέχρι πρόσφατα υπήρχαν τα ίχνη του ιερού. Η ονομασία Σωρός λέγεται ότι οφείλεται στα άφθονα οστά των ζώων, κατάλοιπα των θυσιών, που ήταν σωριασμένα εκεί. Ο λαός διατηρώντας τις αρχαίες μνήμες μέχρι σήμερα αποκαλεί τη μεγαλοπρεπή αυτή κορυφή του Αίνου Στο Σωρό τα Κόκκαλα.
Ο επισκέπτης, που θα αναρριχηθεί στα 1628 μέτρα του Σωρού με τις απόκρημνες πλαγιές να κατεβαίνουν σχεδόν κάθετα κάτω από τα πόδια του, τους χάσκοντες γκρεμούς και την καταπληκτική πανοραμική θέα της στεριάς και των γύρω νησιών μέσα στη θάλασσα ενός καταγάλανου Ιονίου, θα βιώσει τη μαγεία του αρχαίου μύθου παράλληλα με την αίσθηση ότι τα πόδια του δεν πατούν στη γη, αλλ’ ότι στέκει μετέωρος και βρίσκεται πολύ κοντά στον ουρανό.
Όταν οι ιερείς στον Αίνο θυσίαζαν στο βωμό του Δία τα ιερά σφάγια, ο καπνός που ανέβαινε στον ουρανό, έδινε το «σημείον» και η τελετή μιας δεύτερης, σχεδόν ταυτόχρονης θυσίας άρχιζε στη βραχονησίδα Δίας, που βρίσκεται κοντά στο ακρωτήρι Λιάκας, νοτιοδυτικά της Λειβαθώς, σε οπτική ευθεία με το Μεγάλο Σωρό. Οι ιερείς έβλεπαν τη δεύτερη στήλη καπνού και καταλάβαιναν ότι η θυσία στο θεό είχε ολοκληρωθεί. Σήμερα στο νησάκι αυτό, που είναι ένα πέτρινο μετέωρο στη μέση της θάλασσας, πάνω από τα ερείπια της παλαιάς Μονής, της αφιερωμένης στη Θεοτόκο των Βλαχερνών, ξαναχτίστηκε η μικρή εκκλησία, που είχαν γκρεμίσει οι σεισμοί του 1953. Κάτω από τα παλαιά θεμέλια υπήρχαν ίχνη του αφιερωμένου στο Δία αρχαίου ναού.
Αυτή η πανάρχαια λατρεία του Δία στην Κεφαλονιά, σε συνδυασμό με τ’ ανασκαφικά ευρήματα του 1992 στα Τζαννάτα αποτελεί, κατά την άποψή μας, ένα κρίκο της χαμένης αλυσίδας, που συνέδεε την Κεφαλονιά με την Μινωική Κρήτη. Στο νησί αυτό, είναι γνωστό ότι κατ’ εξοχήν λατρευόταν ο Δίας με την προελληνική του μορφή (νήπιος Ζεύς, Κρηταγενής) σαν θεός της βλάστησης και της αναγέννησης της Φύσης. Με το σκεπτικό αυτό ενισχύεται και η πιθανότητα κάποιας άλλης λατρείας στον Αίνο προγενέστερης του ελληνικού Δία, ίσως του δρυοκολάπτη, στον οποίο και θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια.
Όποιος περιπλανηθεί στον Αίνο, για να χαθεί θεληματικά σε μέρη ανήλιαγα και μυστικά βυθισμένος στη μαγεία τους, θα αισθανθεί ακόμα και τώρα να το εγγίζει σαν αερικό μια αθέατη παρουσία. Είναι έτοιμος πλέον να δεχθεί τη μύηση, για να μπει σ’ αυτό τον άβατο ναό της Φύσης. Όπως θροΐζουν πάνω από το κεφάλι του οι φυλλωσιές κι ανεβαίνει από το χώμα η υγρή μυρωδιά του βρύου ανάμικτη με το λεπτό άρωμα του ρετσινιού από τις ελατοβελόνες, αισθάνεται εντονότερη αυτή την παρουσία, παρ’ όλο που δεν τη βλέπει. Η υποψία μιας φτερωτής σκιάς στα πυκνά και βαθύσκια μέρη του δάσους υποδηλώνει το γρήγορο πέρασμα του μεγάλου δρυοκολάπτη με το μαύρο φτέρωμα και το κόκκινο στέμμα, του βασιλιά – προστάτη του δέντρου, του πουλιού της βροχής. Στις πανάρχαιες μυστηριακές τοτεμιστικές τελετές ενσάρκωνε μαζί με το Φαύνο το αθάνατο πνεύμα της Μάνας Φύσης και τη δύναμη του αιώνιου δάσους. Ο Δρυοκολάπτης, γνωστός και σαν Πίκος (από το picus, αλλά και Πήκος), πουλί-βασιλιάς και μάγος-γιατρός, μυστηριακή, δαιμονική θεότητα, όπως οι Τελχίνες και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, πίστευαν ότι προκαλούσε τα καιρικά φαινόμενα, σύννεφα, βροχή, χιόνι και χαλάζι. Λατρεύθηκε με πολλές μορφές: δαίμονας της Φύσης, σύμβολο τοτέμ, μάγος βασιλιάς, δάσκαλος στη μύηση και τέλος, όταν η λατρεία του παραμερίστηκε από μια νέα τάξη πραγμάτων, πέρασε στον κόσμο των θνητών. Στην ακμή της λατρείας του μπορούσε να κάνει μάγια, να γητεύει, ν’ αλλάζει μορφή κατά βούληση και ακόμα είχε τη δύναμη ν’ αποτρέπει το κεραυνό. Αυτές του τις ιδιότητες τις απέδωσαν αργότερα στο Δία, τον οποίο ταύτισαν μαζί του και έδειχναν μάλιστα στην Κρήτη και τον τάφο του. Το μακρυνό απόηχο αυτών των πρώτων θρησκευτικών μυστηρίων του παρελθόντος ζωντανεύει και σήμερα στον Αίνο η παρουσία του ιερού πουλιού, γνωστού σαν δρυοκολάπτη το Άρη.
Το φημισμένο ιερό του Δία πάνω στον Αίνο συνδέεται επίσης με τον Ιάσονα και την Αργοναυτική Εκστρατεία στο μύθο των Αρπυιών. Οι Άρπυιες, Αελλώ και Ωκυπέτη, ήταν τέρατα φτερωτά, με σώμα πουλιού και κεφάλι γυναίκας. Θηριώδεις και ακάθαρτες λέρωναν την τροφή του τυφλού μάντη Φινέα, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να φάει, τιμωρημένος έτσι από το θεό Ήλιο. Κι αυτό, γιατί ο μάντης είχε πράξει ενάντια στη θέληση του βασιλιά Αιήτη, γιού του Ήλιου, δείχνοντας στο Φρίξο το δρόμο για την Κολχίδα. Έτσι ο θεός οργισμένος τον τύφλωσε. Ο Φινέας, πριν αποκαλύψει στον Ιάσονα τον τρόπο να περάσει την Αργώ σώα μέσα από τις Συμπληγάδες, για να πάει στην Κολχίδα και να φέρει το «χρυσόμαλλον δέρας», του ζήτησε να τον απαλλάξει από τις Άρπυιες. Ο Ιάσονας τότε έστειλε σε βοήθεια δύο διαλεχτά παλληκάρια, δύο γενναίους ήρωες! Ήταν οι φτερωτοί γιοί του θεού Βορέα, ο Κάλαϊς και ο Ζήτης, γρήγοροι κι ορμητικοί σαν τον άνεμο πατέρα τους και γι’ αυτό οι μόνοι, που μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τα φτερωτά τέρατα. Ήταν όμως πεπρωμένο σ’ αυτό τον αγώνα πτήσης ο νικημένος να πεθάνει. Οι δύο Βορεάδες τράβηξαν τα ξίφη και κυνήγησαν τις Άρπυιες στον αέρα. Πετώντας πάνω από την Πελοπόννησο έφθασαν πρώτα την Αελλώ, η οποία έπεσε και πνίγηκε στα νερά του ποταμού Τίγρη, που από τότε λέγεται Άρπυς. Η δεύτερη και πιο γρήγορη, όπως δηλώνει και τα’ όνομά της, Ωκυπέτη, πέρασε τις Εχινάδες και τράβηξε στο Νότο. Όταν ο Κάλαϊς και ο Ζήτης καταδιώκοντάς την πάντοτε βρέθηκαν μακριά από τις στεριές πάνω από τ’ ανοιχτό πέλαγος μεταξύ ουρανού και θάλασσας, ένιωσαν τα φτερά τους να βαραίνουν και τις δυνάμεις να τους εγκαταλείπουν. Μοναδική στεριά, που ξαγνάντευαν από μακριά, ήταν η κορυφή του Αίνου μέσα στα σύννεφα. Τότε στράφηκαν και προσευχήθηκαν στον Αινήσιο Δία να τους δώσει νέες δυνάμεις, για να συνεχίσουν την καταδίωξη. Η προσευχή τους εισακούσθηκε. Το φτερούγισμά τους ξανάγινε γρήγορο και δυνατό. Η Άρπυια πετούσε κουρασμένη ήδη κι αυτή πάνω από τις τελευταίες νησίδες του Ιονίου. Τότε, για να δει πόσο κοντά είναι οι διώκτες της κι αν την ακολουθούν, έκανε στροφή γυρνώντας πίσω το κεφάλι. Όταν κατάλαβε πως οι φτερωτοί γιοί του Βορέα την είχαν φθάσει, έπεσε νεκρή στην αμμουδιά. Από τότε λέγεται ότι τα νησιά εκείνα ονομάστηκαν Στροφάδες.
« …. Αύτη (η Άρπυια) κατά την Προποντίδα φεύγουσα μέχρις Εχινάδων ήλθε νήσων, αι νυν απ’ εκείνης Στροφάδες καλούνται· εστράφη γαρ ως ήλθεν επί ταύτας».
Η αναφορά, που κάνει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στο ιερό του Αινήσιου Δία μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτό πρέπει να ήταν ένα από τα παλαιότερα ιερά με πανελλήνια αίγλη και ακτινοβολία, πράγμα, που υποδηλώνει πιθανότατα και την επιρροή του σαν θρησκευτικού κέντρου. Το τελευταίο αυτό μας ενισχύει την άποψη που διατυπώσαμε παραπάνω, ότι δηλ. προϋπήρχε εκεί άλλη λατρεία, αρχαιότερη του Διός. Στο γεγονός αυτό ασφαλώς οφειλόταν το κύρος και η φήμη που έχαιρε. Δεν ήταν ένα νεοϊδρυμένο (για τους τότε Έλληνες) ιερό και εξ αιτίας αυτού ασήμαντο και άγνωστο στους πολλούς, αλλά αντίθετα ήταν πασίγνωστο και γιατί ήταν πολύ παλαιό και γιατί εκεί τελούσαν σημαντική λατρεία. Έτσι εξηγείται η διατήρησή του στην πανελλήνια συνείδηση και η σύνδεσή του με το μύθο της Αργοναυτικής Εκστρατείας, η οποία χρονολογικά τοποθετείται σε εποχή προγενέστερη του Ομήρου, στους λεγόμενους «ηρωικούς χρόνους».
Οι αρχαίοι συγγραφείς αποκαλούσαν την Κεφαλονιά Μέλαινα και σκιερά για τα πυκνά της δάση (Μαύρη Νήσο, δασωμένη). Για τον ίδιο λόγο και ο Αίνος ονομάστηκε Μαυροβούνι και Ελατοβούνι στα νεότερα χρόνια και Monte Nero από τους Ενετούς.
……………………………………………

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου